post image

Vapors Of Morphine

O Dana Colley, σαξοφωνίστας των θρυλικών Morphine, σε μία αποκαλυπτική συζήτηση

Δημιουργήθηκαν στη Βοστώνη στα τέλη της δεκαετίας του ’80, σε μια εποχή που ευνοούσε την γέννηση αλλά και την καθιέρωση ιδιαιτέρων και καινοτόμων πραγμάτων. Το σπάνιο μουσικό χαρμάνι των εμβληματικών Morphine, με επιρροές από την ροκ, τη μπλουζ αλλά και την τζαζ, εγκαθίδρυσε ένα νέο όρο στα μουσικά πράγατα, το Low Rock. Μια ολόκληρη δεκαετία και πέντε δίσκοι, ήταν αρκετοί για να αφήσουν το δικό τους ανεξίτηλο στίγμα, προτού συμβεί το μοιραίο: To άδοξο και απότομο τέλος τους ήρθε το 1999, όταν ο frontman και βασικός εγκέφαλος του γκρουπ, Mark Sandman, έπεσε νεκρός από καρδιακή προσβολή πάνω στη σκηνή, κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας τους στην Ιταλία.

Είχαμε τη μεγάλη χαρά να συνομιλήσουμε με τον Dana Colley, μοναδικό σαξοφωνίστα αλλά και ιδρυτικό μέλος του γκρουπ, με αφορμή την εμφάνιση των Vapors Of Morphine στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου στο Fuzz. Του γκρουπ, που απ’ το 2009 συνεχίζει να κρατά την πλούσια κληρονομιά των Morphine ζωντανή. Ήρθε λοιπόν η ώρα, θρυλικά τραγούδια όπως τα “Buena”, “Have A Lucky Day”, “Honey White”, “The Night” και τόσα άλλα ακόμα αγαπημένα, να ακουστούν επιτέλους μπροστά στο ελληνικό κοινό σε μια μεγάλη βραδιά, που έχει όλα τα φόντα να αποτελέσει ιστορική, στους φίλους των Morphine και όχι μόνο.

Επιμέλεια μετάφρασης Καλλίνα Μπακάλη

Είναι πολύ μεγάλη η χαρά μας να συνομιλούμε με έναν τόσο σπουδαίο μουσικό, προερχόμενο από μια απ’ τις πιο ξεχωριστές και σπουδαίες μπάντες της δεκαετίας του ’90. Aς ξεκινήσουμε από το πώς δημιουργήθηκαν οι Morphine πίσω στα τέλη των 80′s.

Καταρχάς xαιρετoύμε όλους τους Έλληνες και σας ευχαριστούμε που δείχνετε τόσο ενδιαφέρον για την μουσική των Morphine. Η Βοστώνη τη δεκαετία του ‘80 ήταν μια πολύ ζωντανή και δραστήρια καλλιτεχνικά, πόλη. Υπήρχαν κλαμπ που κάθε βδομάδα διοργάνωναν events, με τους κολλεγιακούς, αλλά και τους μεγάλους ραδιοφωνικούς σταθμούς να τα προωθούν πολύ. Ήταν σύνηθες αυτοί οι χώροι να γεμίζουν με κόσμο. Οι άνθρωποι τότε κάναν τέχνη και δημιουργούσαν πάνω απ’ όλα για τον εαυτό τους. Υπήρχε ένα πολύ γόνιμο περιβάλλον για καινουρια πράγματα. Μπορούσες να δεις συναυλίες με όλα τα στυλ συγκροτημάτων και με όλα τα είδη την επιρροών. Μέσα  σ’ αυτό το περιβάλλον λοιπόν, δημιουργήθηκαν και οι Morphine. Tα πρώτα χρόνια παίζαμε κυρίως σε loft parties των τριών σχημάτων, και εμφανιζόμασταν συνήθως δεύτεροι, αναμέσα σε δύο εντελώς διαφορετικές ηχητικά απο μας, κιθαριστικές μπάντες. Αυτό βοήθησε στο να αφομοιώσει και να αποδεχθεί  πιο εύκολα το κοινό, τον δικό μας ήχο.

Πιστεύεις πως αν δε συνέβαινε το τραγικό γεγονός της απώλειας του Mark Sandman, η μπάντα θα είχε αρκετά πράγματα να δώσει ακόμα; Θεωρείς πως προλάβατε να εκπληρώσετε αρκετούς απ’ τους στόχους και τα όνειρά σας;

Φυσικά και θα θέλαμε να είχαμε περισσότερο χρόνο για να εκπληρώσουμε περισσότερες από τις δυνατότητές μας. Δουλέψαμε σκληρά για να ολοκληρώσουμε το “The Night” (σσ.: ο τελευταίος δίσκος των Morphine, που κυκλοφόρησε ένα χρόνο μετά τον θάνατο του Sandman). Ο Μark είχε δουλέψει πολύ πάνω σ’ αυτό το άλμπουμ και πιέστηκε αρκετά στο στιχουργικό και το συνθετικό κομμάτι. Θα ευχόμασταν να είχε προλάβει να δει το τελικό αποτέλεσμα. Απο ‘κει κι έπειτα, κατά τη γνώμη μου οι προσδοκίες των Morphine θα ήταν οι εξής : Πρώτον, να παραμείνουμε φίλοι, να είμαστε μια πραγματικά καλή μπάντα και να βιοποριζόμαστε απ’ αυτό. Κατά δεύτερον, να έχουμε παραμείνει καλλιτεχνικά αυτόνομοι. Και τρίτον, να έχουμε μια μακροχρόνια δισκογραφική και συναυλιακή καριέρα. Άρα εν συντομία, η απάντηση στα δύο σκέλη της ερώτησής σου είναι: ναι και όχι.

Βρισκόμαστε στο 2009. Με την αφορμή ενός tribute στον Mark Sandman στην Ιταλία, στο μέρος που έχασε τη ζωή του δέκα χρόνια πριν, επανενωθήκατε με το επίσης αρχικό μέλος και ντράμερ των Morphine, Jerome Deupree, αλλά και την προσθήκη του Jeremy Lyons στο μπάσο και τη φωνή. Πως έγινε η γνωριμία σας μαζί του και τι ήταν αυτό που σας έπεισε πως είναι ο κατάλληλος για την τόσο σημαντική αυτή θέση στο γκρουπ;

Όταν πρωτοείδα τον Jeremy απο κοντά, δεν είχαμε γνωριστεί ακόμα. Οι Μοrphine παίζανε για πρώτη φορά στο “Howlin’ Wolf” της Νέας Ορλεάνης, στις 10 Νοεμβρίου του 1993. Την ημέρα της συναυλίας, καθώς περπατούσαμε την Bourbon Street,  φτάσαμε στην Jackson Square όπου γοητευτήκαμε απ’ τους μουσικούς του δρόμου. Υπήρχαν πάρα πολλοί ιδιαίτεροι οργανοπαίχτες, όπως για παράδειγμα μια γυναίκα όπου έβγαζε ήχο με ένα καλώδιο το όποιο το χτυπούσε πάνω σε μια σανίδα μπουγάδας, καθώς και χορευτές με κλακέτες και εναλλοσόμενοι τραγουδιστές, οι οποίοι ήταν πραγματικά υπνωτιστικοί. Τράβηξα δύο φωτογραφίες με την Polaroid και άφησα την μία στην θήκη της κιθάρας, όπου ο κόσμος άφηνε τα χρήματα. Είχα αφιέρωσει μάλιστα κι ένα κείμενο σχετικά με το γεγονός στην εφημερίδα που έγραφα τότε, μαζί με τη φωτογραφία που είχα κρατήσει.

To 2005, δώδεκα χρόνια μετά, ο τύφωνας Κατρίνα χτύπησε τη Νέα Ορλεάνη. O Jeremy που ζούσε εκεί, αναγκάστηκε να μετακομίσει. Ήρθε στο Κέιμπριτζ της Μασαχουσέτης, όπου εμείς ακόμα προσπαθούσαμε να διατηρήσουμε το “Hi-n-Dry”, προσωπικό στούντιο και label του Mark Sandman. Το στούντιο λειτουργούσε χάρη στην αφοσίωση του Andrew Mazzone και του Billy Conway σ’ αυτό, και παρείχε ουσιαστικά ένα «σπίτι» και μια διέξοδο για πολλούς μουσικούς και φίλους του Mark, ώστε να κυκλοφορoύν τις δικές τους μουσικές. Μια καλή μου φίλη μου τότε επικοινώνησε μαζί μου, για να με ρωτήσει αν θα μπορούσα να βοηθήσω έναν φίλο της που μόλις είχε έρθει απ’ τη Νέα Ορλεάνη. Ένας μουσικός λοιπόν, που αναγκάστηκε να αφήσει τον τόπο του και να εγκληματιστεί σε μια καινούρια μουσική σκηνή, ο Jeremy Lyons, ήρθε στο “Ηi-n-Dry” φέρνοντας μαζί του την κιθάρα και το μπάντζο του.  Άμα τη αφίξει του, έπαιξε γύρω στα 30 τραγούδια, με χαρακτηριστική άνεση και ικανότητα, τραγουδώντας και παίζοντας μπάντζο είτε με δάχτυλα, είτε με πένα, είτε με slide τεχνική. Νιώσαμε αμέσως μια απίστευτη οικειότητα. O Jeremy και ο Jerome Deupree ξεκίνησαν να παίζουν μαζί και στη συνέχεια, πήρα τη πρωτοβουλία να συμμετάσχω κι εγώ στο jam.

Kάποια στιγμή αργότερα, μιλώντας στη τηλέφωνο, του διάβασα το απόσπασμα απ’ την εφημερίδα, σχετικά με τους πλανόδιους μουσικούς στη Jackson Square. Με σταματά και μου λέει «Aυτό που περιγράφεις είναι το συγκρότημά μου !». “ Πρέπει να αστειεύεσαι!”, του απαντώ. “ Έχω μια polaroid και την επόμενη φορά που θα συναντηθούμε, θα σου δείξω το βιβλίο με τη φωτογραφία”, και λέει “ Έχω την άλλη φωτογραφία σε ένα κουτί στο σπίτι «.

Το 2009, μας έγινε πρόταση να παίξουμε στο φεστιβάλ “Nel Nome Del Rock” στην Παλεστρίνα της Ιταλίας,  το μέρος όπου ο Mark πέθανε το 1999. Είχαμε εμφανιστεί εκεί το 2000 με την “Orchestral Morphine”, μια 9μελη μπάντα που σχηματίσαμε, παίζοντας τραγούδια απ’ το “The Night” αλλά και από την μυστική μπάντα του Mark, “Hypnosonics” με τη συμμετοχή της Laurie Sargent. Το 2009 ήταν η δέκατη επέτειος από τον θάνατο του Mark και είχα την επιθυμία να ξαναεμφανιστούμε πάλι εκεί ως τρίο. Σκέφτηκα τον Jeremy, που ήταν άριστος slide παίχτης, και τον ρώτησα αν ήταν πρόθυμος να μάθει ένα σετ από τραγούδια των Morphine. Kαι δέχθηκε μεμιάς!

post image

Περιέγραψέ μου το συναίσθημα του να καταπιάνεσαι ξανά μ’ αυτό το σπουδαίο υλικό 10 χρόνια μετά, και πως ήταν οι αντιδράσεις του κόσμου στις πρώτες εμφανίσεις των Vapors Of Morphine.

Noμίζω πως ποτέ δε παράτησα τη μουσική των Morphine. Επομένως, όταν κάτι είναι μέρος του DNA σου, είναι αδύνατον να το επανεξετάσεις. Για έναν μουσικό, το να παίζει τραγούδια, στην δημιουργία των οποίων έχει συμβάλλει, είναι η πιο αυθεντική μουσική έκφραση. Όσον αφορά τις αντιδράσεις του κόσμου, ως επί το πλείστον, οι άνθρωποι μας παρακολουθούν σήμερα, φαίνεται να αγαπούν πραγματικά αυτό που ακούνε. Δεν προσπαθούμε να είμαστε οι Morphine, αυτό δε θα συμβεί ποτέ. Ο Μark Sandman δεν αντικαθίσταται και ούτε πρόκειται ποτέ να αντικατασταθεί. Απλώς η μουσική που βγαίνει μέσα απ’ τους εναπομείναντες πλέον, Vapors of Morphine, πηγάζει μέσα απ’ την παρακαταθήκη των τραγουδιών του Sandman. Τα πουλιά πρέπει να πετάνε, τα ψάρια να κολυμπάνε. Έτσι και τα τραγούδια πρέπει να τραγουδιούνται.

Προσωπικά, τις τελευταίες δύο δεκαετίες δεν έχω βρει κάτι παρόμοιο με τον ήχο των Morphine, σε κάποιο άλλο συγκρότημα. Τι πιστεύεις πως είναι αυτό που έκανε (και ακόμα κάνει) την μουσική σας τόσο μοναδική;

Ίσως το ότι ο ακροατής ακούει μια συνεκτικότητα, από ένα τρίο που χρησιμοποιεί αποκλειστικά βαρύτονο σαξόφωνο, δίχορδο μπάσο – φωνή, και ντραμς. Είναι δηλαδή αυτομάτως ευδιάκριτος ο ήχος, απ’ την βασική ορχηστρική φόρμα του γκρουπ. Αν συνδυάσεις την ανθρώπινη χημεία των μουσικών με έναν τρόπο που είναι αναγνωρίσιμος αλλά και μεταφράσιμος, η μουσική επιτυγχάνει κάτι σπάνιο αλλά περιζήτητο – τη δική της φωνή.

Μίλησε μας λίγο και για την προσωπική σου μουσική βιογραφία. Πως ξεκίνησε η ενασχόλησή σου με την μουσική, ποιοι καλλιτέχνες είναι αυτοί που σε έχουν επηρεάσει περισσότερο, καθώς και για άλλα projects και συνεργασίες που πιθανόν έχεις κάνει.

Ξεκίνησα όπως τα περισσότερα παιδιά, σε μπάντες. Πάντα είχα βλέψεις να παίζω με άλλους ανθρώπους. Στην αρχή έπαιζα για διαστήματα με μουσικούς του δρόμου στη Βοστώνη, με οποιονδήποτε μου επέτρεπε να έρθω μαζί του. Αυτός που πραγματικά με αγκάλιασε και με πήρε υπό την επίβλεψή του ουσιαστικά, ήταν ο Chrid Harford. Πηγαίναμε μαζί στο “Mass Art” (Πανεπιστήμιο) και είχε τότε μια μπάντα που ονομαζόταν “Three Colors. Στήναμε το σετ μας στο μετρό και παίζαμε τα τραγούδια που έγραφε.

Έπαιζα, και συνεχίζω ακόμα να παίζω και να ηχογραφώ με διάφορους άλλους μουσικούς. Το σαξόφωνο ακούγεται καλύτερα όταν είναι μέρος ενός ευρυτέρου ήχου. Γι’ αυτό είχα θέσει και ως στόχο να ενώσω τις δυνάμεις μου με όσους περισσότερους σπουδαίους οργανοπαίχτες μπορούσα.

Αισθάνομαι αρκετά τυχερός σήμερα, που έχω τη δυνατότητα οποιαδήποτε μέρα, να κάνω μια βόλτα μέχρι τη γωνιακή pub, και να κάθομαι παρέα με μερικούς απ’ τους καλύτερους μουσικούς της χώρας. Η Boστώνη είναι ακόμα πολύ πλούσια σ’ αυτό τον τομέα.

Τώρα πια με το διαδίκτυο βέβαια, μπορώ να συνεργάζομαι και με ανθρώπους απ’ όλο τον κόσμο. Μπορώ με υπερηφάνια να πω ότι είμαι μέρος ενός πρόσφατου πρότζεκτ, που ονομάζεται «The Deltahorse». Κυκλοφορήσαμε το «Transatlantic». Είναι ένα πρότζεκτ στο οποίο ο δημιουργός και ιθύνων νους πίσω απ’ αυτό, ζει στο Βερολίνο. Ο τραγουδιστής ζει στο Belfast κι εγώ στη Βοστώνη. Δεν έχουμε ποτέ βρεθεί όλοι στο ίδιο χώρο. Οι δυνατότητες που σου δίνει το διαδίκτυο λοιπόν, είναι απεριόριστες.

Έχετε περιοδεύσει αρκετά τα τελευταία χρόνια. Ο κόσμος που παρευρίσκεται στις συναυλίες σας είναι κυρίως παλιότεροι fans των Morphine; Υπάρχει νέος κόσμος που γνωρίζει τα τραγούδια σας;

Έχουμε την τύχη να έχoυμε ένα ευρύ φάσμα ακροατών. Υπάρχουν για παράδειγμα αυτοί που μας λένε «Σας είχα δει το ‘95» για παράδειγμα, που είναι όμως ισάριθμοι των «Δεν κατάφερα ποτε να σας δω ζωντανά, αλλά ακούω τους Morphine από τότε που ήμουνα παιδί». Άλλοι πάλι επίσης που δεν μας έχουν ξανακούσει ποτέ και μας λένε ότι αυτή είναι η πρώτη τους επαφή με τους Morphine. Μας αρέσει πολύ να ακούμε ιστορίες για το πως η μουσική είναι μέρος της ζωής του καθενός, νομίζω πως αυτό είναι που μετράει περισσότερο για έναν μουσικό.

Με τους Vapors Of Morphine προσπαθούμε να μην υποτιμούμε ποτέ τα μεταμορφωτικά αποτελέσματα μιας κοινής εμπειρίας. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό να παρακολουθείς τα βλέμματα των ανθρώπων όταν ακούν τον ήχο του μπάσου, στα χέρια του Jeremy Lyons. Είτε για αυτούς που ακούν αυτόν τον ήχο για πρώτη φορά, είτε για αυτούς που πίστευαν πως δε θα τον ξανακούσουν ποτέ.  Το χαμόγελο είναι το ίδιο και στις δύο περιπτώσεις.

Αφού είχε προηγηθεί μία κυκλοφορία σας, ως «The Ever Expanding Elastic Waste Band» το 2010, φέτος κυκλοφορήσατε το ντεμπούτο σας ως Vapors Of Morphine πια, με τον τίτλο “A New Low”. Περιλαμβάνει κάποιες διασκευές σε γνωστό υλικό των Morphine αλλά και σε άλλων σπουδαίων καλλιτεχνών. Μίλησε μας λίγο για αυτήν την δουλειά.

Το «Α Νew Low» προήρθε απ’ την περίοδο των τελευταίων 6 χρόνων. Εγώ με τον Jeremy Lyons, τον Jerome Deupree και τον Jeff Allison (ντράμερ επίσης), ήμασταν στο εβδομαδιαίο πρόγραμμα ενός τοπικού μπαρ, το “Atwood’s Tavern” στο Cambridge. Στην αρχή παίζαμε τις Τετάρτες (σε μερικούς φίλους που δούλευαν τα Σαββατοκύριακα άρεσε, σε κάποιους άλλους όχι, επείδη έπρεπε να ξυπνήσουν νωρίς την Πέμπτη). Aργότερα μεταφερθήκαμε στα Σαββατόβραδα. Μέσω όλης αυτής της εξέλιξης προέκυψε μια καινούρια κατεύθυνση, μ’ ένα καινούριο όνομα επίσης, το Vapors Of Morphine.

Η συλλογή από τα τραγούδια του «A New Low”,  προήρθαν από διάφορες ηχογραφήσεις επιλεγμένες και επιμελλημένες απ’ την μπάντα, κι απ’ τον καλό μας φίλο και παραγωγό Pete Weiss, του Verdant Studio. Πολλές απ’ τις ηχογραφήσεις έγιναν στο studio “Armory Sound”. Θα μπορούσαμε να ασχολούμαστε για μήνες με το υλικό, μέχρι να έχουμε αρκετά αντικειμενική άποψη για αυτό που ακούμε. Όσο περισσότερο παίζαμε, τόσο καλύτερα νιώθαμε για τον ήχο που βγάζαμε. Γι’ αυτό και το ηχογραφημένο υλικό μερικές φορές μας μοιάζει ανολοκλήρωτο.  Συνεχίσαμε λοιπόν να παίζουμε στο “Armory”, μέχρις ότου oι βάσεις των κομματιών μας, άρχισαν να έχουν κάποιο ενδιαφέρον, κι έτσι αρχίσαμε να χτίζουμε και τις ενορχηστρώσεις. Ο καθένας μας συνέβαλλε με δικιές του ιδέες, μέχρι να επιτυγχανθεί η βέλτιστη εμπειριά ακρόασης, και στο τέλος φυσικά, το “A New Low”.

post image

Yπάρχουν καινούριες συνθέσεις των Vapors Of Morphine στα σκαριά; Είναι αυτός ο δίσκος το ξεκίνημα μιας καινούριας εποχής για την μπάντα;

Ο Jeremy έχει γράψει δύο τραγούδια, τα οποία δουλεύουμε παίζοντάς τα στις ζωντανές μας εμφανίσεις. Είναι μια διαδικασία που δοκιμάζοντας πράγματα, γεννιούνται συνεχώς καινούριες ιδεές. Έτσι η  μουσική σε πηγαίνει πάντα σε καινούρια μονοπάτια. Ένα καινούριο ξεκίνημα λοιπόν, θα σήμαινε ίσως ότι σε κάποιο σημείο είχαμε σταματήσει, ενώ εμείς κάνουμε μουσική όλη μας τη ζωή, και θα συνεχίσουμε να κάνουμε, για όσο αυτή μας χαρίζεται.

Είναι η πρώτη φορά που επισκέπτεστε, για συναυλία τουλάχιστον, τη χώρα μας. Οι Morphine να ξέρετε πως αποτελούν μεγάλο μύθο και απωθημένο αρκετών μουσικόφιλων της Ελλάδας, εδώ και πολλά χρόνια. Τί να περίμενουμε λοιπόν στις 19 Νοέμβρη στο Fuzz;

H εμπειρία θα είναι γνώριμη στους φίλους της μπάντας. Θα παίξουμε ένα μεγάλο μέρος απ’ τις επιτυχίες των Morphine, καθως και τραγούδια απ την Αφρική και το Δέλτα του Μισσισιπή. Είναι μια ζωντανή μουσική εμπειρία, όπου μπάντα και κοινό συνδέονται για να δημιουργήσουν μια μοναδική στιγμή. Δίνουμε πολύ σημασία στον ήχο και στο πώς η διάθεση μπορεί να ζωντανέψει έναν χώρο, μέσω της μουσικής.

 Σε ευχαριστούμε πολύ! Περιμένουμε να σας απολαύσουμε ζωντανά.

Εμείς ευχαριστούμε πολύ! Aνυπομονούμε να παίξουμε για πρώτη φορά στην Αθήνα. Ελπίζουμε να σας δούμε όλους εκεί!

Go to TOP