post image

Μία νυχτερινή συνάντηση με τον Παύλο Παυλίδη

... που είχε προγραμματιστεί να διαρκέσει 15 λεπτά και τελικά κράτησε δύο ώρες

2016, και βρισκόμαστε στην τελευταία Πέμπτη του Ιανουαρίου, μίας κατά τα άλλα συνηθισμένης μέρα που έμελλε να εξελιχθεί σε μία νύχτα που χαράχτηκε στη μνήμη μας. Ο Παύλος Παυλίδης, μουσικός που δε χρειάζεται περιττές συστάσεις, εμφανίζεται στη σκηνή του Blues Bar της Καρδίτσας, με μόνη του συνοδεία την κιθάρα του και τα πλήκτρα του Ορέστη Μπενέκα, σε μία unplugged μουσική αναδρομή, από τις πρώτες μέρες των Ξύλινων Σπαθιών έως το σήμερα, με τους B-Movies. Η συζήτηση επρόκειτο να ξεκινήσει πριν το προγραμματισμένο soundcheck, αλλά τελικά έγινε μετά το τέλος του. Έτσι, γίναμε μάρτυρες μιας πρόβας η οποία θύμιζε κανονικό live, και οι πρώτες κουβέντες ανταλλάχθηκαν πριν πατηθεί καν το “record”, με τρόπο παράδοξο, καθώς ξεκινήσαμε να μιλάμε για την κιθάρα που κρατά στα χέρια του από τα τέλη των 90’s. Μία Telecaster που θαρρείς πως αφέθηκε σε μια ντουλάπα που ξεχάστηκε απ’ τον χρόνο.

post image

«Για να σου πω την αλήθεια, η κιθάρα ανήκει σε κάποιο παιδί που χάθηκε νωρίς, τον Μίμη Κυριακόπουλο, ο οποίος ήταν ένας κιθαρίστας – θρύλος. Στην Θεσσαλονίκη, έπαιζε στους Μωβ, μια μπάντα η οποία, από τις αρχές των 80’s ήταν πολύ δημοφιλής. Ο Μίμης χάθηκε νωρίς, έτσι η κιθάρα έμεινε στον αδερφό του, τον Νίκο Κυριακόπουλο, τον περιβόητο Mad Max». Ο οποίος έπειτα εισχώρησε στα Ξύλινα Σπαθιά: «Ακριβώς. Μπήκε στη μπάντα μετά το 1999 παίζοντας κρουστά. Κάποια στιγμή, μου λέει “Έχω την κιθάρα του Μίμη και δεν θέλω να την δώσω σε κάποιον άλλον”. Την είδα, την ερωτεύτηκα και ακόμα συνεχίζει και παίζει. Αυτή είναι η ιστορία της».

Συνεχίζουμε να μιλάμε για κιθάρες, και κάνω μία αναφορά στην Telecaster του αδικοχαμένου Βασίλη Πετρίδη, κιθαρίστα των Απροσάρμοστων του Παύλου Σιδηρόπουλου. Αυτομάτως, κάνουμε ένα roadtrip στον χωροχρόνο: «Έχω παίξει 2-3 φορές με τα “Μωρά Στη Φωτιά” ως support στις εμφανίσεις του Σιδηρόπουλου με τους Απροσάρμοστους στη Θεσσαλονίκη. Και με την ευκαιρία, θα σου πω κάτι που αναφέρω πρώτη φορά σε συνέντευξη: Με το που ήρθα από το Παρίσι, βρέθηκα στο θρυλικό καμαράκι στο σπίτι του Βασίλη Πετρίδη, κάπου ανάμεσα στο Κουκάκι και τα Πετράλωνα. Η πρώτη μπάντα, με την οποία δοκίμασα να παίξω τα κομμάτια που έφερα από το Παρίσι, που αυτό σημαίνει, όλο το “Ξεσσαλονίκη” και το μισό “Πέρα Απ’ Τις Πόλεις της Ασφάλτου”, ήταν οι Απροσάρμοστοι».

post image

Ένα μικρό σοκ, δέος και παρένθεση: O fanboy που κρύβω μέσα μου έχει ήδη σοκαριστεί. Δεδομένης της αγάπης μου για την ελληνόφωνη ροκ, νιώθω πως ανακάλυψα τη Χαμένη Ατλαντίδα. Κλείνει παρένθεση. Μετά από μια τέτοια «πάσα» είναι αδύνατον να μην τον ρωτήσεις γιατί δεν προχώρησε αυτή η συνεργασία: «Φυσικά έπαιζαν καταπληκτικά, ήταν οι Απροσάρμοστοι και ήταν μεγάλη μου τιμή να είναι η μπάντα που έπαιζε τον “Βασιλιά της Σκόνης”, το “Τρένο Φάντασμα” και όλα αυτά, αλλά φαίνονταν από την αρχή, ότι θα έπρεπε να ακολουθήσω μία άλλη πορεία, θα έπρεπε να βρεθώ στην Θεσσαλονίκη, και δεν μπορούσα να σταθώ στην Αθήνα εκείνη την περίοδο. Από την μία αυτό, από την άλλη ότι ήταν η σκιά του Παύλου τόσο έντονη επάνω τους. Πράγμα λογικό μεν, μα καταλάβαινα ότι μάλλον δεν πρέπει να γίνει αυτό».

Έπειτα ήρθαν τα Ξύλινα Σπαθιά και η απορία έγκειται στο αν λειτούργησαν λυτρωτικά στο καλλιτεχνικό γίγνεσθαι του Παύλου Παυλίδη ή αποτέλεσαν και το βασικό εγχείρημα ώστε να σταθεί βιοποριστικά στα πόδια του. Η αμεσότητα της απάντησης, ίσως και να εκπλήσσει:

«Τα πράγματα ήταν απλά: Ή θα έκανα ένα συγκρότημα και θα ζούσα από την μουσική ή θα συνέχιζα να μεταφέρω καλοριφέρ, που ήταν η πρώτη δουλειά που έκανα, όταν ήρθα από το Παρίσι στην Θεσσαλονίκη. Για μένα δεν ήταν ένα ζήτημα αισθητικής επιλογής, ήταν ζήτημα επιβίωσης το να κάνω ένα συγκρότημα, αλλιώς θα έπρεπε να κάνω κάποια άλλη δουλειά. Αισθανόμουν ότι το υλικό αξίζει και να κυκλοφορήσει δισκογραφικά και να υπάρχει μια μπάντα που να το υποστηρίζει».

Ακόμα και η πόλη στην οποία δημιουργήθηκε το συγκρότημα ήταν κομβική. «Η Θεσσαλονίκη ήταν η πόλη στην οποία μπορούσα να σταθώ και γι’ αυτό και η μπάντα έγινε εκεί». Δε γίνεται να μην αναφερθεί πως η πρώτη συναυλία των Ξύλινων Σπαθιών, με το όνομα “Brancaleone”, έγινε στην Καρδίτσα, και συγκεκριμένα στη Ραστώνη, ενώ η πρώτη τους «μεγάλη» εμφάνιση, έγινε στον Μύλο της Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκείνη την εποχή αποτελούσε ένα πραγματικό κέντρο πολιτισμού. «Όταν κυκλοφόρησε το “Ξεσσαλονίκη” ήμουν ηχολήπτης στον Μύλο. Σε αυτό τον χώρο συνέβαιναν μαγικά πράγματα, που για την πόλη της Θεσσαλονίκης ήταν ασύλληπτα, τουλάχιστον μια δεκαετία πριν. Αισθάνθηκα ότι ήταν κάποιου είδους καταφύγιο για εμένα εκεί πέρα, με βοήθησαν και τα παιδιά που ήταν ήδη εκεί. Όταν έγινε η πρώτη συναυλία με τα Ξύλινα Σπαθιά στον Μύλο, το οποίο ήταν ένα τρελό sold out για την εποχή εκείνη, ήταν τεράστια έκπληξη ακόμα και για εμάς».

Τα Ξύλινα Σπαθιά που ξεκίνησαν με θόρυβο και σίγησαν ξαφνικά. Θα μπορούσαν να παρομοιαστούν με ένα τρένο που έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα, και ξαφνικά βγήκε εκτός πορείας. Καθώς ξεφυσά τον καπνό του τσιγάρου του, γνέφει καταφατικά: «Εκτροχιάστηκε, και τέτοιου είδους ομάδες, όπως καταλαβαίνεις, δε διαλύονται με κάποιο στρατηγικό σχέδιο…». Όμως το παρόν ανήκει στους “B-Movies”, ένα συγκρότημα που είτε τους βάλεις σε ένα λεβητοστάσιο να παίξουν, είτε στο μεγαλύτερο open-air festival, θα αποδώσουν με την ίδια εκρηκτικότητα. «Χαίρομαι πάρα πολύ που ακούω αυτό, γιατί είναι και η αληθινή ιστορία των B-Movies. Τα Ξύλινα Σπαθιά είχαν απολαύσει μεγαλύτερη πολυτέλεια ως όνομα, ενώ οι B-Movies, έζησαν όλη την ελληνική επαρχία σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό. Έχει τύχει πάρα πολλές φορές, να παίζουμε σε sold out συναυλίες στην Αθήνα, και την επόμενη μέρα σε ένα μικρό χώρο των 150 ατόμων, και να βλέπω τα παιδιά του συγκροτήματος να παίζουν ακόμα καλύτερα σε σχέση με το μεγάλο live των Αθηνών», αναφέρει, χαμογελώντας με ικανοποίηση.

post image

Στη συνέχεια η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το «Στον Διπλανό Ουρανό», τον πρόσφατο δίσκο του. Του μεταφέρω την αίσθησή μου πως οι δουλειές του ακολουθούν ένα ιδιόμορφο concept, καθώς κάθε δισκογραφική δουλειά του που περιέχει ως επί το πλείστον μπαλάντες, ακολουθείται από έναν up-tempo δίσκο. Κι εδώ είναι που «αλιεύουμε» άλλη μία είδηση: «Tα τραγούδια του “Διπλανού Ουρανού” μαζεύτηκαν, στην ουσία, για να αφήσουν στην ησυχία του το επόμενο υλικό που έρχεται και θα κυκλοφορήσει τον Μάρτιο. Δηλαδή, μάζεψα όλες τις μπαλάντες σε έναν δίσκο, δημιουργώντας μία δουλειά με συγκεκριμένο ύφος και ατμόσφαιρα, που δεν ήθελα ούτε να διαταράσσεται πολύ, με σκοπό να έχω ένα δίσκο ήσυχο και ενιαίο. Να το βάζεις και από την αρχή ως το τέλος να παρακολουθείς μια συγκεκριμένη ατμόσφαιρα. Έτσι τώρα, μπορούμε να πούμε πως έχουμε και τη δεύτερη πλευρά του δίσκου. Μία δουλειά που είναι πιο φωτεινή, πιο γρήγορη, πιο αλέγκρο, που θα λέγεται “Μια Πυρκαγιά Σ’ Ένα Σπιρτόκουτο” και θα κυκλοφορήσει τον Μάρτιο». Σαν μια κυκλοφορία με πολύ συγκεκριμένο concept, ένα διπλό βινύλιο που κυκλοφόρησε λίγο ετεροχρονισμένα. «…Κάνουν έναν κυματισμό. Είναι μία πιο πάνω, μία πιο κάτω… Όσο για την παρομοίωση που έκανες, θα μπορούσαν όντως οι δύο αυτοί δίσκοι να είναι σαν το “Mellon Collie and the Infinite Sadness” των Smashing Pumpkins, που είχε μία ήσυχη πλευρά και μία πιο θορυβώδη».

Με αφορμή την δεύτερη δισκογραφική δουλειά του Παύλου Παυλίδη σε λιγότερο από ένα χρόνο, η προφανής ερώτηση έχει να κάνει με το feedback. Γίνεται ένας καλλιτέχνης του διαμετρήματός του να εστιάζει στις κριτικές των μουσικόφιλων; «Δεν γίνεται να μην σκέφτεσαι τί εντύπωση θα κάνει, αυτό που κάνεις. Έτσι και αλλιώς, φτιάχνουμε δίσκους για να τους ακούν όλοι. Δεν τους κάνουμε για να τους ακούμε εμείς. Οπότε, σίγουρα το σκέφτεσαι, αλλά δεν μπορεί να είναι και το κριτήριο σου, γιατί κάθε φορά ονειρεύομαι έναν δίσκο, που με κάποιο τρόπο φαντάζομαι πως θέλω να ακουστεί. Φυσικά αυτό μας κάνει να συνεχίζουμε να κάνουμε δίσκους. Εμένα και την παρέα μου δηλαδή, γιατί όσο και να ονειρευτούμε έναν δίσκο, στην ουσία, κατά την διάρκεια της παραγωγής αποκαλύπτεται η εικόνα του, το πρόσωπό του και το περιεχόμενο του. Δεν είναι κάτι που το σχεδιάζεις εκ των προτέρων και πας να εκτελέσεις κάτι που έχεις απόλυτα σχεδιάσει. Το ανακαλύπτουμε και εμείς καθώς προχωράει. Υπάρχει και για εμάς πάντα το στοιχείο της έκπληξης, ακριβώς επειδή λειτουργούμε σαν ομάδα και ποτέ δεν ξέρεις τι θα γράψει ο κάθε παίκτης».

Ο πειραματισμός στους ήχους και η εξέλιξη στη μουσική είναι χαρακτηριστικά των δίσκων του. Νιώθει όμως την ανάγκη, εν έτει 2016 και όντας τόσο δημιουργικός, να ακούγεται επίκαιρος; «Έχω μία συνέχεια σε αυτό που κάνω. Ζητάω πράγματα από τον εαυτό μου και θέλω το επόμενο βήμα να έχει κάποιο ενδιαφέρον για μένα. Πάντα προσπαθώ να πάω ένα βήμα παραπέρα. Αλλά δεν είναι αυτοσκοπός ή κάποιου είδους πρωτοπορία, ούτε η ιδέα του πειραματισμού σε αυτή την ποπ που τελικά κάνουμε. Είναι ένα παιχνίδι, το οποίο έχει ενδιαφέρον όσο δεν είναι προδιαγεγραμμένο». Καθώς συζητάμε για τους δίσκους του, μου γεννάται η απορία αν ο Παυλίδης ακούει στο σπίτι του Παυλίδη. «Ναι, βέβαια. Όχι όμως φανατικά, επειδή χορταίνω σε βαθμό αηδίας, ας πούμε, από την υπερβολική επανάληψη η οποία συμβαίνει κατά την διάρκεια της παραγωγής. Δηλαδή, όταν έχεις ακούσει ένα κομμάτι 600 φορές, το αφήνεις λίγο και περιμένεις να πάρεις μια απόσταση από αυτό για να μπορέσεις και να το απολαύσεις, να το κρίνεις, να το καταλάβεις καλύτερα». Ο μικρόκοσμος του Παύλου Παυλίδη, που έρχεται στο φως μέσα από τα τραγούδια του, τις ζωντανές εμφανίσεις αλλά και από την συζήτηση που κάνουμε, είναι μοναδικός. Η αμεσότητα του λόγου του, η ειλικρίνεια και η αίσθηση της οικειότητας που μου δίνει, οδηγούν τη συζήτηση μακριά από συμβατικές φόρμες. Γι’ αυτό και συνεχίζω να σκαλίζω μακριά από τα προβλεπόμενα.

post image

Έχω αναρωτηθεί δεκάδες φορές, σαν μουσικόφιλος, αν είναι εύκολο για κάποιο τραγουδιστή να ανέβει στη σκηνή και να παρουσιάσει το show του. Υπάρχει μία στοιχειώδης συστολή;

«Αν δεν είχα να πάω να τραγουδήσω εμπρός στα μικρόφωνα, δεν θα υπήρχε περίπτωση να πλησιάσω καν, γιατί δε με ενδιαφέρει. Δεν είναι του χαρακτήρα μου τέτοιου είδους ακραία κοινωνικότητα, όπως για παράδειγμα μία συναυλία. Είναι πραγματικά ακραίο αυτό που ζει ένας άνθρωπος που βγαίνει να πει το ποιηματάκι του. Βγαίνω κάθε φορά που αισθάνομαι ότι αξίζει να πω κάτι, και κάθε φορά που βρίσκομαι μπροστά στο μικρόφωνο αισθάνομαι προστατευμένος από αυτό που έχω να πω. Ως χαρακτήρας μάλιστα, δε μου ταιριάζει καθόλου. Κι αυτό γιατί δεν είμαι γεννημένος περφόρμερ, ούτε κονφερασιέ. Σκέψου πως θα μου ήταν δυσάρεστο να εμφανιστώ μέσα στα φώτα και να πω ότι κάποιος έχασε τα κλειδιά του. Από την άλλη, αισθάνομαι, επειδή εγώ χάνω συνέχεια τα κλειδιά μου, ότι είναι σαν να βγαίνω και να λέω στον ίδιο μου τον εαυτό ότι τα κλειδιά βρέθηκαν. Το χαμένο κλειδί μπορεί να ονομάζεται “Στον Βράχο” ή “Μόχα” για παράδειγμα».

Οι συναυλίες αποτελούν την πεμπτουσία της μουσικής που αγαπάμε. Πόσο μάλλον όταν ένας καλλιτέχνης απαγκιστρώνεται για λίγες στιγμές από το συγκρότημά του, και οδηγείται σε unplugged εμφανίσεις. «Αισθάνομαι ότι στοιχηματίζεται το κάθε χτύπημα. Αισθάνομαι σαφώς πιο ανασφαλής, αλλά νομίζω ότι επειδή αφαιρείται και όλο το ροκ της υπόθεσης μαζί με τα κείμενα, εκ των πραγμάτων και με την μία, συνοδεύονται με κάτι πάρα πολύ κλασικό, όπως είναι ένα πιάνο και μια κιθάρα και αυτό όταν πετυχαίνει, είναι νομίζω ότι πιο κομψό. Αισθητικά, με αφορά πάρα πολύ αυτό το πράγμα. Το να υπάρχει η αφήγηση στο κέντρο και να συνοδεύεται, σχεδόν, από τίποτα». Ο Παύλος Παυλίδης βλέπει τα ακουστικά του live, σαν ένα είδος άσκησης: «Είσαι στα αλήθεια αβοήθητος κυρίως, όσον αφορά το ρυθμικό μέρος, που στην δικιά μου μουσική και πορεία, ο βασικός στόχος ήταν ο χορός. Το groove. Δηλαδή, αν δεν χορεύει, δεν με ενδιαφέρει. Νομίζω πως αυτό ήταν που τονίσαμε και στα Ξύλινα Σπαθιά».

Σε δίσκους όπως το «Mια Ματιά Σαν Βροχή» αυτό το groove είναι ξεκάθαρο. «Αλλά και το πρώτο κομμάτι των Ξύλινων Σπαθιών, το  “Αφού Σου Το ‘Πα”, είναι τελείως funky/hip-hop/beat. Λίγο πριν κυκλοφορήσει το “Ξεσσαλονίκη”, είχε βγει το “Blood Sugar Sex Magik” των Red Hot Chili Peppers». Επιστρέφουμε στο σήμερα και στις μεγάλες μπάντες που λείπουν. Του αναφέρω πως λείπουν οι μεγάλοι frontmen, αλλά και το καλό πρωτογενές υλικό. Γίνεται δέκτης της πάσας και η απάντησή του είναι εμφατική: «Δεν πιστεύω ότι μπορεί να υπάρξει μεγάλος ή αξιόλογος frontman χωρίς να υποστηρίζεται από το περιεχόμενο του show. Αν προσέξεις οι μπάντες που ξεχώρισαν την δεκαετία του ’90 ήταν οι Στέρεο Νόβα, οι Τρύπες και τα Ξύλινα Σπαθιά». Μιλάμε στην ουσία για συγκροτήματα που εκτός από χαρισματικούς μουσικούς-συνθέτες, είχαν τραγουδιστές που σήκωναν στους ώμους τους τη μπάντα, και όχι μόνο: «Νομίζω πως αυτό που έκανε τα συγκεκριμένα συγκροτήματα να ξεχωρίσουν, ήταν το στιχουργικό κομμάτι. Δηλαδή, κυρίως τα αναφέρουμε για τα κείμενα, τα οποία μας έδιναν και την δυνατότητα να βγαίνουμε στο πάλκο και να κάνουμε αυτό που έπρεπε να κάνουμε.  Μπορείς να φανταστείς, ένα σπουδαίο frontman που λέει ασυναρτησίες;»  Οι δύο εξ’ αυτών, οι Τρύπες και τα Ξύλινα Σπαθιά είχαν σχεδόν κοινή πορεία. Μέχρι και το μουσικό τους «άλμα» το 1996, ήταν παρόμοιο. «Γράφαμε στο ίδιο στούντιο, είχαμε τον ίδιο παραγωγό», αλλά και « …οι Τρύπες ήταν πολύ σπουδαίο γκρουπ – τα “9 Πληρωμένα Τραγούδια” είναι μεγάλος δίσκος».

post image

Έζησε όμως ανάμεσα στις χιλιάδες συναυλίες που έχει δώσει, κάποιες μοναδικές στιγμές; «Oι εκστατικές στιγμές από μόνες τους, είναι τόσο έντονες, που με δυσκολία τις θυμάσαι με ακρίβεια. Όμως κάποιες νύχτες με τα Σπαθιά, ο συντονισμός μας ήταν τρομερός, κάτι που συμβαίνει αρκετές φορές τα τελευταία χρόνια και με τους B-Movies». Είναι όμως οι B-Movies συγκρότημα, σαν τα Ξύλινα Σπαθιά, ή αποτελούν την backing μπάντα του ηγέτη τους; «Είναι καθαρόαιμη μπάντα, με κεφαλαία γράμματα. Όταν φέρνω  τα κομμάτια που έχω γράψει, υπάρχει σε όλους η ελευθερία να ζωγραφίσουν στον πίνακα που φέρνω με τον τρόπο που θέλουν. Μία ελευθερία πολύτιμη που οδηγεί κάποιον μουσικό στο peak του, και μπορεί να φτάσει το τραγούδι κάπου αλλού». Τα τραγούδια του είναι γεμάτα εικόνες που θα μπορούσαν κάλλιστα να αποτυπωθούν σε κινηματογραφικά καρέ. Αγαπημένη του ταινία, είναι το “Pat Garrett and Billy the Kid” του Sam Peckinpah. «Είναι η ταινία που έχει γράψει το soundtrack ο Bob Dylan. Περιέχει το περιβόητο Knockin’ On Heaven’s Door. Τώρα, νομίζω πως θα βαριόμουν να την ξαναδώ, αλλά θα τη συνιστούσα σε όλους». Tέλος, έχω μια εμμονή με το να ταυτίζω τις δουλειές του Παυλίδη με κείνες του Damon Albarn, νιώθοντας ότι κατά έναν μυστήριο τρόπο, επικοινωνούν. Και δεν πέφτω έξω: «Έχω την εντύπωση ότι η πιο ξεχωριστή παραγωγή που έγινε τα τελευταία χρόνια, ήταν δική του: Tο “Everyday Robots”. Είναι το πιο ενδιαφέρον πράγμα που άκουσα».

post image

Είπαμε και άλλα, πολλά: Για τον Beck, τη Norah Jones, το καταφύγιο που βρίσκει στους δίσκους του Ben Harper και την μουσική του σήμερα. Για τους “hi-endάδες” φίλους του, που δεν χορταίνει να ακούει μουσική από τα στερεοφωνικά τους. Για ένα, θρυλικό πλέον, συγκρότημα, που πριν από λίγο καιρό βρέθηκε πολύ κοντά στην επανένωση, τη «ροκ» Θεσσαλονίκη των  90’s, αλλά και για ταλαντούχους μουσικούς που εγκατέλειψαν την κοσμική ζωή και έψαξαν αλλού για τη μικρή, προσωπική τους Ιθάκη. Για μια μυστήρια, και συνάμα αξέχαστη, νύχτα πριν από 11 χρόνια κάπου στη Θεσσαλία. Αλλά τέτοιες συζητήσεις είναι προτιμότερο να αφήνονται στη σιωπή της νύχτας…

Διαβάστε επίσης:

Παύλος Παυλίδης – Στον Διπλανό Ουρανό

Go to TOP