Ο Σταμάτης Κραουνάκης περπατά στη φωτεινή πλευρά του Πεζοδρομίου

Μία συνέντευξη με φόντο το Πεζοδρόμιο στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης

 

Καίριος, καυστικός, ευαίσθητος, επιδραστικός, ουσιώδης, εύστοχος, πληθωρικός, ευθύβολος, δημιουργικός, εργατικός, αυτάρκης, ειλικρινής, οικείος, ερωτικός κ.ο.κ. Η παλέτα των επιθετικών προσδιορισμών είναι αναμφίβολα πλούσια τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά. Δεν είναι πια υπερβολή να θεωρήσει κανείς το Σταμάτη Κραουνάκη ως έναν από τους πλέον σημαντικούς και εμπνευσμένους δημιουργούς των τελευταίων δεκαετιών στην ελληνική καλλιτεχνική (εν γένει) σκηνή. Σύνθεση, στίχος, ερμηνεία, θέατρο, επιθεώρηση, υποκριτική, διασκευή είναι μερικοί μόνον από τους τομείς, τους οποίους έχει σφραγίσει καταλυτικά (και ενδεχομένως ανεξίτηλα) κατά τη διάρκεια της δημιουργικής έκθεσής του.

Συναντηθήκαμε μαζί του στο καλαίσθητο bar-restaurant του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης, εκεί όπου επαναλαμβάνεται για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων η περσινή παράσταση «ΟΛΟΙ ΕΝΑ – Φίλα με», φέτος με την εύγλωττη προσθήκη στον τίτλο «… λίγο ακόμα» (info: 4.11.2016 – 14.1.2017, Παρασκευές και Σάββατα, 21.00). Αναγνωριστική εκκίνηση με την καλλιτεχνική επικαιρότητα εκείνων των ημερών και δη τη βράβευση του Bob Dylan με το Νόμπελ Λογοτεχνίας και το θάνατο του Dario Fo. Από τις πρώτες κουβέντες, ο «πληθυντικός ευγενείας» (sic!) κατέστη απαγορευτικός.

«Για μένα είναι συμβολικό ότι εκείνη τη μέρα [σ.σ την 13.10.2016] είχαμε δύο γεγονότα. Τη βράβευση του Dylan και τον θάνατο του Dario Fo, τον αποχαιρετισμό. Τον πρόλαβα τον άνθρωπο αυτόν. Όχι μόνο τον πρόλαβα, έκανα και μια τεράστια βουτιά στο έργο του. Πάρα πολλά τραγούδια του. Κάναμε με τη Λίνα Νικολακοπούλου, στην τελευταία μας συνάντηση επί σκηνής, την παράσταση στο Ηρώδειο [σ.σ. Avanti Dario], για ένα μόνο βράδυ στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Πρέπει να το ξανακάνουμε κάποια στιγμή. Ήταν το τελευταίο εκτός Μνημονίου [σ.σ. 9.7.2015]. Παταγώδες βράδυ. Βρεθήκαμε ξαφνικά στην αιχμή του δόρατος. Το βράδυ που άλλαξαν όλα. Όταν μπήκε ο Βαρουφάκης στο Ηρώδειο ακούστηκε για χιλιόμετρα ένα ΟΧΙ. Για μένα ήταν και ένας αποχαιρετισμός στην περίοδο αυτή ο θάνατος του Dario Fo. Ξαναγύρισα στα τραγούδια μου. Παρόλο που ο Κολοκοτρώνης που έκανα φέτος στην Επίδαυρο είχε πολιτικό θέμα. Ασχολήθηκε με αυτά που τραβάει η Ελλάδα. Η πιο επαναστατική βράβευση στα Νόμπελ, επομένως, ήταν αυτή του Dario Fo. Όσο για την επιλογή του Bob Dylan, αυτή μου δείχνει ότι κάτι έχει αλλάξει στο σκεπτικό. Μου δείχνει ότι έχει αλλάξει η σκέψη, ο τρόπος που αποφασίζουν ποιον θα βραβεύσουν. Το σημαντικό είναι ότι αναγνωρίζεται η δύναμη του στίχου…».

Ρωτάμε, λοιπόν, κατά πόσον ο στιχουργός θεωρείται λογοτέχνης ή σε τι θα μπορούσε να διαφέρει από τον πεζογράφο, τον διηγηματογράφο ή τον ποιητή. «…Για μένα είναι το ίδιο, από τη στιγμή που κανείς βάζει στο στίχο νοήματα – το Αιγαίο της Λίνας δεν είναι τεράστιο; – σου τραβάω ένα στην τύχη. Επίσης, ο Dylan είναι αυτός που εισήγαγε αυτήν τη λογική στο στίχο. Εγώ, σαν μουσικός, χάρηκα που το τραγούδι παίρνει Νόμπελ Λογοτεχνίας. Να τολμήσω να πω και κάτι:

Μία δυνατή φράση που λέει πολλά, είναι καλύτερη από ένα κατεβατό»

Επ’ αφορμή αυτών, μας αποκαλύπτει και τα μελλοντικά του σχέδια, που τοποθετούνται χρονικά στις αρχές του 2017. Αναμένουμε τη διασκευή του Σταμάτη, άλλως μεταφορά, του έργου με τίτλο «Βικτώρ (ή Τα παιδιά στην εξουσία)» του Roger Vitrac. Θα ανέβει στο Θέατρο Τέχνης σε σκηνοθεσία Μαριάννας Κάλμπαρη. «… Σας μιλάω τώρα, έχοντας μόλις τελειώσει ένα λιμπρέτο. Στην ουσία πρόκειται για μεταφορά σε ρυθμό και στίχο ενός πάρα πολύ δύσκολου έργου, του. Θεωρείται αριστούργημα του σουρεαλιστικού θεάτρου. Το διάλεξα ακριβώς γιατί πιστεύω ότι μιλάει για τη διάλυση της Ευρώπης. Ένα παιδί 9 ετών διαλύει το βράδυ των γενεθλίων του ένα σπίτι. Διαλύει, ουσιαστικά, τον κοινωνικό ιστό και, έπειτα, πεθαίνει. Ο Vitrac αφήνει μόνο την υπηρέτρια ζωντανή. Ο μόνος που μένει ζωντανός δηλαδή είναι ο λαός, ο άνθρωπος ο λαϊκός…».

Αυτονόητη είναι η ερώτησή μας για το τι μέλλει γενέσθαι με τη ομάδα Σπείρα-Σπείρα. «…Τους συνάντησα. Με τα παιδιά ήταν ένα καρμικό πράμα. Θα σου πω ένα απ΄ τα καρμικά. Τα περισσότερα αγόρια δεν είχανε πατέρα ή τον χάσανε κατά τη διάρκεια των χρόνων. Αυτό λέει κάτι. Κι όσα είχανε… είχαν μαζί του περίεργη σχέση. H επιτυχία τους μέσα στην ομάδα τους έφερε, μεταξύ άλλων, πολύ πιο κοντά στους γονείς τους. Όταν η Σπείρα έγινε, τότε στα τέλη της δεκαετίας του ’90, δεν υπήρχε μουσική ομάδα στην Αθήνα. Ξεκλειδώσαμε το φόβο και άρχισαν να γίνονται ομάδες. Δεν υπήρχε, επίσης, μουσικό θέατρο. Οι παραγωγοί φοβόντουσαν για τα λεφτά. Η Σπείρα έφερε ξανά αυτά τα δύο πράγματα στην επιφάνεια. Την ομάδα και το μουσικό θέατρο, και έπειτα δημιουργήθηκαν πολλές ομάδες και πολλές μουσικοθεατρικές παραστάσεις. Ύστερα από 16-17 χρόνια, τα παιδιά είναι σε πολύ καίριο σημείο για το αν θα κρατήσουν την ομάδα. Εγώ δεν αντέχω άλλο να υπηρετώ αποκλειστικά αυτό. Θέλω να κάνω δικά μου πράγματα, στα οποία σαφέστατα θα χρησιμοποιήσω ανθρώπους από την ομάδα, συνεργάτες μου όλα αυτά τα χρόνια, αλλά δεν θέλω άλλο την αναγκαστική παντρειά. Δε θα φάω τα χρόνια μου όρθιος στη σκηνή. Θέλω να κάνω δυο-τρία πράγματα ακόμα με την παρουσία μου. Μετά έχω πάρα πολλά πράγματα στα συρτάρια, όπως λ.χ. δύο όπερες. Αυτό που κάνω τώρα στο Τέχνης είναι μια πρώτη γενική δοκιμή προς τα κει. Το έχω μελετήσει πολύ αυτό το πράγμα. Στο θέατρο έχω παίξει πάρα πολύ, αλλά θέλω πια να έχω περιορισμένη ευθύνη του πράγματος. Στο πώς μεταγλωτίζεται σε μουσική πράξη για το θέατρο. Αυτό που κάνω τώρα στο Τέχνης είναι πάρα πολύ δύσκολο. Ένα ιστορικό έργο για το θέατρο που γίνεται μουσικό. Αυτό με ιντριγκάρει. Η καινούρια περιπέτεια στη δημιουργία.…».

Η συζήτηση περιστράφηκε, κατόπιν, γύρω από τη διαδικασία της δημιουργίας. Αναφερόμενος στην παράσταση «ΟΛΟΙ ΕΝΑ – φίλα με» επισημαίνει ότι «…Την ώρα που ο πολιτισμός ξεβράζει μία εικόνα, ένα αίσθημα από κάπου έρχεται. Έντυσα πέντε αγόρια άσπρα, εγώ ήμουν μαύρος με κόκκινα παπούτσια. Δύο πιάνα, ένα τσέλο και ένα μπουζούκι. Αυτή η εικόνα είχε ήδη ένα στυλ. Μ’ αυτή τη μαγιά, το διάβασμα των τραγουδιών ξαναγέννησε αισθήματα που τα τραγούδια δεν τα είχαν στην πρώτη τους γραφή. Μου λένε πως κάνω ρετροσπεκτίβα. Όχι. Απλά ξαναγεννάω το υλικό. Με μία συνθετική φόρμα που δίνει ένα έργο καινούριο, φτιαγμένο με ψηφίδες από όλη την δισκογραφία του Κραουνάκη. Αυτό ήταν το «Όλοι Ένα». Την ώρα που σκέφτεσαι πως αυτό το κάνεις για σένα και δε σε πειράζει αν θα έχει απήχηση, τελικά αυτό το έργο έχει πάντα απήχηση. Ίσως επειδή δεν σκέφτεσαι την παράμετρο της επιτυχίας όταν το δημιουργείς. Η δύναμη, ωστόσο, ενός τραγουδιού καταξιώνεται από τη συλλογική κατανάλωση, όταν περνάει στη συλλογική μνήμη. Με συλλαμβάνω να κυοφορώ μέσα στο Σύμπαν μου, όλες τις ώρες. Επίσης πολλές φορές όταν λειτουργώ υπό πίεση, αφήνω το έργο να γεννηθεί την τελευταία στιγμή…».

Αναρωτιόμαστε, λοιπόν, φωναχτά αν η δημιουργία είναι ασυνείδητη διαδικασία ή έστω υποσυνείδητη… «Eίναι συνειδητότατη. Έχω κάνει, όμως, πολλά χιλιόμετρα με το αμάξι. Γι αυτό προσπαθώ να αιφνιδιάζω τον εαυτό μου. Εκεί έρχεται αυτό που ξαναείπα. Έχει πολύ μεγάλη σημασία ο λόγος.  Έχει σημασία τι νότα θα βάλεις στη λέξη. Εκεί, λοιπόν, ως λάτρης του λόγου από παιδί, έχω μια πολύ δυνατή σύνδεση. Το γεννάω με πολύ μεγάλη ησυχία. Μου έχει συμβεί πάρα πολλές φορές όταν μελοποιώ κάτι, απλώς να χρειάζεται να ξεφλουδίσω τη νότα του. Απ’ τη λέξη. Τώρα που έχω τελειώσει όλο το λιμπρέτο του Βικτώρ και αρχίζω να του βάζω μουσική, υποσυνείδητα ξέρω όλη του τη μουσική. Με ρωτάει η σκηνοθέτρια, η Μαριάννα, τι θα κάνω και της απαντώ πως θέλω το μαγνητόφωνο για να καταγράψω τη μουσική που σκέφτομαι. Το ίδιο συμβαίνει και με την επεξεργασία των κειμένων. Ο μουσικός μου εαυτός με βοηθάει να «χτίζω» την ανάπτυξη του κειμένου. Τους ρυθμούς, ακόμα και τις νότες. Αν δείτε το βιβλίο μου του Βάρναλη [σ.σ. αναφέρεται στο έργο του Κ. Βάρναλη “Η αληθινή απολογία του Σωκράτη” που διασκεύασε και ανέβασε το πρώτον το καλοκαίρι του 2014], είναι γεμάτο πεντάγραμμα ή ρυθμικά σχήματα. Στο λόγο των άλλων, όμως, κάνω άλλο ταξίδι, εκτός κι αν δέσει με τη μία. Εκτός κι αν προκύψει αμέσως, αυθόρμητα. Παρατηρώ, πλέον, ένα πράγμα και ξέρω πού θα πάω. Όταν είχα κάνει τη Μήδεια του Χειμωνά, έμενα σε ένα διαμέρισμα στη Θεσσαλονίκη. Ξυπνούσα στις 6 το πρωί, έφτιαχνα τον καφέ μου, και η ίδια η μετάφραση μου υπαγόρευε μόνη της τις νότες. Ένιωθα πως δε χρειαζόταν να κάνω τίποτα άλλο εκτός απ’ το να το απομαγνητοφωνήσω. Ένα κείμενο είναι πάντα μια παρτιτούρα. Έχοντας παρακολουθήσει πολλές παραστάσεις στο εξωτερικό, έχω δει μουσικούς με σπουδαίους performer γύρω τους πάντα να δουλεύουν με αυτό τον τρόπο: νότα, σιωπή, ρυθμός …».

Όσον αφορά στην επιβίωση των καλλιτεχνών, σημείωσε ότι η τέχνη ακολούθησε την κοινωνία στο πρόβλημα. «…Το χειμώνα του 2011 έπαιξα στην επαρχία με δέκα ευρώ εισιτήριο. Πλήρωσα πολύ καλά τους μουσικούς μου (από τη Βόρεια Ελλάδα, για να μην έχω εκτός έδρας), και βγάλαμε όλοι μεροκάματο με χαμηλό εισιτήριο. Γίνεται. Τότε μου έλεγαν πως χαλάω την πιάτσα. Το χειμώνα άνοιξα μαγαζιά που ήταν χρόνια κλειστά και λειτούργησαν. Ήμουν ο πρώτος διδάξας του δεκάρικου στην είσοδο…». Του αντιπαραβάλουμε το προγενέστερο καθεστώς με εισιτήρια άνω των είκοσι ευρώ σε απλές καλοκαιρινές συναυλίες και μας λέει τα εξής: «…Ήταν κακομαθημένοι όλοι οι καλλιτέχνες. Πήγαιναν, τους πλήρωναν οι δήμαρχοι, γεια σας! Όταν τέλειωσε αυτό, βρεθήκαν όλοι σε δύσκολη θέση. Φτιάξαν σπίτια, πήραν αυτοκίνητα, έχουν λεφτά στο εξωτερικό. Εγώ μένω στα εξήντα τετραγωνικά στην Καλλιθέα και είμαι υπερευτυχής, βάζω πλυντήριο, κάνω τις δουλειές του σπιτιού…».

Άλλο επίκαιρο ζήτημα που συζητήθηκε ήταν το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Πολιτισμού για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην πρόσφατη Ευρωπαϊκή Οδηγία για την προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων. «Εγώ θέλω να τηρηθεί η ευρωπαϊκή οδηγία. Τέλος. Ο νέος νόμος έχει παραθυράκια, ξανά. Γι αυτό έχουμε αντιδράσεις. Ήμουνα υπέρ του κάποιος να μαζεύει τα λεφτά μας. Αυτός ο κάποιος πρέπει να είναι μία πολύ δυνατή κρατική επιχείρηση η οποία να μοιράζει τα πνευματικά δικαιώματα. Κανονικά το κράτος θα έπρεπε να αγοράσει την τεχνογνωσία της ΑΕΠΙ. Κι επειδή είμαστε στην Ελλάδα, πάντα θα εκφράζεται μία γκρίνια. Είμαστε η χώρα που σκότωσε τον Καποδίστρια, που τύφλωσε τον Κολοκοτρώνη, που έδωσε το κώνειο στον Σωκράτη. Αυτά μην τα ξεχνάμε. Παρόλα αυτά οι μειονότητες, οι έλλογες μειονότητες – και στην τέχνη και στην πολιτική καμιά φορά – τα πήγαν τα πράγματα μισό βηματάκι μπροστά».

Η κουβέντα οδηγείται αναπόφευκτα από τις επιδοτήσεις στην τέχνη στην υφιστάμενη γενική κοινωνικοοικονομική κατάσταση της χώρας. «Θα πω κάτι βαρύ. Επειδή για πάρα πολλά χρόνια η κατοχή, η καινούρια κατοχή, έφαγε σαν κακιά υγρασία τα σπίτια από μέσα, τώρα οι τοίχοι πέσανε προς τα μέσα. Δίνω πολύ μεγάλη ευθύνη στα σπίτια. Στον τρόπο που τα σπίτια εκπαίδευσαν τις καινούριες γενιές. Για μένα, οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ ήτανε τεράστια καταστροφή για τη χώρα. Αυτοί αποφασίσανε και κουρντίσανε στην εκποίηση. Αυτοί μοιράσανε το χρήμα. Αυτοί τσεπώσανε με τη σέσουλα. Γκάριζα, φώναζα, έγινα γραφικός, ή μάλλον για την ακρίβεια θέλησαν να με κάνουν γραφικό, έτρωγα μέχρι και πιστολιές στα πόδια. Είναι προφανής, όμως, ο τρόπος που εκμεταλλεύτηκαν την ανάγκη του κόσμου να αλλάξει κάτι στη ζωή του. Έβαλαν έναν λαό να γίνει υπόδουλος στα ΕΣΠΑ και να διαλύσει την παραγωγή και τα σπίτια. Μία χώρα και μια κοινωνία που εξ ολοκλήρου πουλήθηκε στα ΕΣΠΑ. Όλοι να ζήσουν απ΄ τα ΕΣΠΑ. Παρατήσαν φάμπρικες. Διαλύθηκαν χωράφια. Τα σπίτια παίξανε πολύ μεγάλη σημασία. Το πώς το κάθε σπίτι αποφάσισε να διαχειριστεί τον εαυτό του. Θέλω, όμως, παράλληλα να επισημάνω ότι αυτός ο λαός έχει δείξει πολύ υψηλό ανάστημα σε θέματα αλληλεγγύης. Η γενική ψυχή της χώρας έχει σταθεί όρθια αυτή τη στιγμή. Πρέπει να το πούμε αυτό. Το διαπίστωσα αυτό ιδίοις όμμασι κατά τη διάρκεια της καλοκαιρινής περιοδείας απ’ άκρη σ’ άκρη της χώρας. Από την Κέρκυρα και την Αλεξανδρούπολη ως την Κρήτη…».

Του υπενθυμίζουμε ότι έχει δηλώσει αριστερός με πένθος στο μανίκι. «…Ελευθέρας βοσκής! Για να εξηγούμαστε, έτσι; Δηλαδή δεν είμαι κάπου. Δε στηρίζω κάποιον. Ο καλλιτέχνης δεν το χρειάζεται αυτό. Δηλώνω Αριστερός με τη λογική ότι με ενδιαφέρει να υπάρχει μεροκάματο στους ανθρώπους. Να δουλεύουνε, να πληρώνονται και να μπορούν να ζούνε…». Θέλουν, όμως, οι άνθρωποι να δουλέψουν; «… Δουλειά των κυβερνήσεων είναι να κάνουν τους ανθρώπους να θέλουν και να τους ενδιαφέρει να δουλέψουν».

Ο Σταμάτης Κραουνάκης δε νιώθει την ανάγκη να ακούγεται επίκαιρος, «Δεν αφήνω την εποχή να με περάσει. Πολλές φορές προλέγω τη γλώσσα που θα ‘ρθει. Γιατί είμαι ανήσυχος. Έχω ταλέντο στο να φτιάνω λέξεις. Όπως λ.χ. όταν θέλω να δηλώσω ότι πρέπει να φύγουν τα τοξικά στοιχεία από γύρω μου. Εκεί χρησιμοποιώ τη λέξη «ξεπαρεού» (Γέλια) … Ο κόσμος έρχεται σε εμάς για να γιατρευτεί . Όταν έπαιζα στα μαγαζιά ρωτούσα τους φίλους μου αν μετά την παράσταση έκαναν κάποιο θέμα. Τους συνιστούσα από πριν να μην πιουν πολύ για να μείνει και κάτι για το σπίτι. Όταν φεύγουν τα ζευγάρια, δουλεύει το πράγμα! Ζευγάρια που είναι χρόνια μαζί, τα βλέπω να αγαπιούνται, να κρατιούνται χέρι-χέρι. Σπουδαίο. Κάτι δουλεύει και δεν είναι ψέματα…».

Στις αποχαιρετιστήριες κουβέντες, μας εκμυστηρεύεται ότι έχει στο repeat την πρόσφατη εργασία του Rufus Wainright πάνω σε σονέτα του Shakespeare και ότι αναμένει τη Μαρίζα Ρίζου να του φέρει το καινούριο της album. Αναχωρώντας από τον φιλόξενο χώρο του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης, συμφωνήσαμε πως η Αθήνα εκείνη τη μέρα φάνταζε λίγο πιο φωτεινή απ’ ότι συνήθως.

Go to TOP
Άνοιγμα