O Εφιάλτης των Χριστουγέννων

7 παιδιά αιχμαλωτίζουν και ανακρίνουν τον Άγιο Βασίλη

Μία τυχαία συνάντηση

Η ιστορία ξεκινά όταν 7 φίλοι και συμμαθητές, συζητάνε στο διάλειμμα για τις γιορτές που πλησιάζουν. Προσπαθούν να λύσουν κάποιες απορίες που κρατάνε χρόνια: Γιατί ο Άγιος Βασίλης φοράει κόκκινα και άσπρα; Tί κάνει όλο τον υπόλοιπο χρόνο; Όμως τα ερωτήματα αντί να παίρνουν απαντήσεις, όσο περνά η ώρα αυξάνονται. Και η συζήτηση μέρα με τη μέρα συνεχίζεται. Μέχρι που ένα πρωί στο δρόμο για το σχολείο, βλέπουν στην άκρη του δρόμου έναν χοντρούλη με γυαλιά να κάθεται κατσουφιασμένος. Είχε άσπρη γενειάδα και ήταν μεγάλος σε ηλικία. Είχε τη στολή του Αγίου των Χριστουγέννων και το δέρμα του έλαμπε. Ένα από τα παιδιά αναρωτήθηκε μήπως ήταν στ’ αλήθεια ο Άγιος Βασίλης. Όλοι τους χάρηκαν και προβληματίστηκαν. Έπρεπε να του μιλήσουν και να τον βοηθήσουν ή να τον αφήσουν στην ησυχία του;

Τα λεπτά περνούσαν μέχρι που πήραν τη μεγάλη απόφαση. «Γεια σου. Είσαι ο Άγιος Βασίλης;», τον ρώτησε ο Θωμάς. Ο παράξενος κύριος χαμογέλασε και το πρόσωπό του λούστηκε με φως. Όμως φαινόταν πως είχε άγχος. «Είσαι ο Άγιος Βασίλης και στις γιορτές φέρνεις δώρα σε όλα τα παιδιά», του φώναξε η Κατερίνα. Ξαφνικά, στο δρόμο έπεσε σιωπή. Κανένας ήχος δεν ακουγόταν σα να είχε γίνει θαύμα. «Ναι, εγώ είμαι, με ανακαλύψατε. Αλλά κάντε μου μια χάρη και μην το πείτε σε κανέναν άλλο», τους ψιθύρισε και ακουγόταν μόνο αυτός. «Ξέμεινα εδώ γιατί το έλκηθρό μου έχει πρόβλημα και το πήγα για σέρβις». Τα παιδιά ενθουσιάστηκαν. «Σου υποσχόμαστε ότι δε θα πούμε τίποτα, όμως σε αντάλλαγμα θέλουμε να μας δώσεις κάποιες απαντήσεις», του είπε η Όλγα όταν κατάλαβε πως ο χρόνος κυλούσε και πάλι κανονικά.

Ο Άγιος Βασίλης κάθισε σε ένα παγκάκι και τους είπε πως μέσα σε λίγη ώρα  πως δεν έχει πολύ χρόνο και πρέπει να πάει στο συνεργείο. Έπειτα πρέπει να γυρίσει στο σπίτι του, γιατί η δουλειά του για τις φετινές γιορτές δεν έχει τελειώσει. Τα παιδιά όμως δε σήκωναν κουβέντα. Θα τους τα έλεγε όλα ή δε θα τον άφηναν να φύγει. «Θα μας απαντήσεις σε όλα ή δε θα σε αφήσουμε να φύγεις και θα τα πούμε σε όλο τον κόσμο», του φώναξε η Μυρτώ και με μια γρήγορη ο Ηλίας τον έδεσε με σχοινί! Ο άγιος είχε βγει νοκ-άουτ. Θα έκανε ότι του ζητούσαν.

 Ο Άγιος Βασίλης ανακρίνεται

Τα παιδιά ένιωθαν ότι είχαν κερδίσει και δεν τα ένοιαζε που θα αργήσουν στο σχολείο. Όλα πήραν φόρα και οι φωνές ακουγόντουσαν σε όλη την πόλη. Μέχρι που κατάλαβαν πως αν δεν μιλήσουν ένας-ένας, ο άγιος δε θα ακούσει τίποτα. Τότε ξεκίνησαν και οι ερωτήσεις.

Πώς μπαίνεις στα σπίτια που δεν έχουν καμινάδα;

Στα πολύ παλιά χρόνια, τότε που δε ζούσαν ούτε οι παππούδες τον παππούδων σας, όλα τα σπίτια είχαν τζάκι. Από εκεί κατέβαινα στο σπίτι και έφερνα τα δώρα και οι άνθρωποι έφτιαχναν τις καμινάδες τους μεγάλες, γιατί είχα λίγα κιλά παραπάνω. Όσο περνούσε ο καιρός και αρχίσατε να φτιάχνετε πολυκατοικίες, δε σας κρύβω ότι δυσκολεύτηκα. Στην αρχή αναγκαζόμουν να κάνω τον κλέφτη και να ανοίγω στα κρυφά τα παράθυρα από τις βεράντες, αλλά ευτυχώς, τώρα όλοι τα αφήνουν ξεκλείδωτα τη νύχτα που αλλάζει ο χρόνος.

– Γιατί φοράς κόκκινα και άσπρα και δεν είσαι ντυμένος σαν κανονικός άνθρωπος;

Ήμουν σίγουρος πως θα μου κάνατε αυτή την ερώτηση. Έτσι με φτιάξατε στο μυαλό σας και έτσι έγινα για να μη σας στεναχωρήσω. Τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά είναι γιορτές των παιδιών. Όλοι, μικροί και μεγάλοι γίνονται παιδιά, και δεν ήθελα η εικόνα που έχετε για μένα να αλλάξει. Για να σας πω και την αλήθεια, είμαι κόκκινος εδώ και 100 χρόνια. Στην αρχή με πείραζε, αλλά τώρα το συνήθισα! Ούτε ήμουν πάντα χοντρός, κι ας με ζωγραφίζατε έτσι. Από το 1950 και μετά την πάτησα!

– Μήπως είσαι απλά ένας από τους πολλούς Άγιους Βασίληδες; Δε γίνεται να προλαβαίνεις όλα όσα κάνεις.

Ένας είμαι και με έχετε μπροστά σας. Από τις αρχές του χρόνου μέχρι και το τέλος του, διαβάζω όλα σας τα γράμματα. Μετά αρχίζουμε με τους βοηθούς μου να φτιάχνουμε τα παιχνίδια. Είμαι μια διαδικασία μεγάλη, που μας παίρνει πολλούς μήνες. Δουλεύουμε πολλές ώρες κάθε μέρα αλλά ποτέ δεν είμαστε ευχαριστημένοι. Μερικές φορές αργώ για λίγα λεπτά να αφήσω το δώρο. Άλλες, χάνεται το γράμμα ενός παιδιού και πρέπει να αυτοσχεδιάσω. Σίγουρα δυσκολεύομαι, αλλά προλαβαίνω. Άμα δείτε τις σημειώσεις μου θα καταλάβετε.

– Πώς  πετάς τόσο γρήγορα και να φτάνεις σε όλα τα σπίτια του πλανήτη ταυτόχρονα;

Κι όμως, με βολεύει ο τρόπος που εσείς οι άνθρωποι μετράτε το χρόνο. Οι περισσότερες χώρες του κόσμου έχουν διαφορετική ώρα. Όταν στην Αυστραλία ξημερώνει, στην Αμερική κοιμούνται. Έτσι κερδίζω ώρες και μπορώ να βγάλω τη δουλειά με λιγότερο άγχος.

– Και πάλι, δε γίνεται να προλαβαίνεις να μπαίνεις σε όλα τα σπίτια της Ελλάδας ταυτόχρονα!

Κάποια πράγματα δε γίνεται να εξηγηθούν με τον τρόπο που τα βλέπουμε. Ο Θεός μου έχει δώσει τη δύναμη να μπορώ να βρίσκομαι σε πολλά μέρη ταυτόχρονα. Αρκεί βέβαια το ένα με το άλλο να είναι κοντά. Έτσι, μπορεί φέτος την ίδια στιγμή να είμαι στο σπίτι όλων σας ταυτόχρονα.

– Το έλκηθρο τελικά υπάρχει ή είναι παραμύθι;

Καταρχήν τίποτα στη ζωή δεν είναι παραμύθι αν έστω και ένα παιδάκι πιστεύει σε αυτό. Είναι αλήθεια και αυτή τη στιγμή το έλκηθρο επισκευάζεται. Με ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο και οι τάρανδοι που το οδηγούν είναι ακούραστοι. Φέτος όμως τους βλέπω λίγο παράξενους, έχουν φάει πολλά καρότα τις τελευταίες μέρες και δεν ξέρω πώς θα τα καταφέρουν.

Μετά από ένα λεπτό αλλάζουν οι ρόλοι και ο Άγιος Βασίλης ρωτάει τα παιδιά. «Εσείς δηλαδή τι νομίζατε για το έλκηθρο;» τους λέει γεμάτος περιέργεια. Η Μυρτώ πετάγεται και του λέει πως πιστεύει στο έλκηθρο αλλά είναι σίγουροι πως αυτό κινείται όταν ο άγιος… αερίζεται! Όλοι στο δωμάτιο γελάνε και τα μάγουλα του Άγιου Βασίλη κοκκινίζουν.  Νιώθει προς στιγμήν άβολα αλλά έχει φανεί σε όλους πως μάλλον διασκεδάζει αυτή τη μίνι-ανάκριση. Αν δεν τη διασκέδαζε άλλωστε, δε θα έφευγε… τρέχοντας; Άλλη ερώτηση;

– Λένε πως σου αρέσει το γάλα και τα μπισκότα. Είναι αλήθεια;

Αυτό είναι ένα ψεμματάκι που σκαρφίστηκαν οι γονείς σας για να τη βγάζετε φτηνά. Μου αρέσουν όλα τα γλυκά, τα φαγητά και τα ποτά. Όλοι μου αφήνετε γάλα, και σας ευχαριστώ γι’ αυτό, αλλά τον τελευταίο καιρό αντιμετωπίζω ένα πρόβλημα στο στομάχι και δεν πίνω τόσο συχνά. Για φέτος, αφήστε μου καλύτερα ένα γλυκό και ένα ποτήρι νερό κάτι από το δέντρο. Θα με βγάλετε απ’ τη δύσκολη θέση.

– Μη μας λες πως σου αρέσουν όλα. Πες μας το αγαπημένο σου φαγητό.

Στην Ελλάδα είναι το παστίτσιο. Στην Ιταλία η καρμπονάρα. Στην Αγγλία τα ψάρια και σε κάθε χώρα έχω κι ένα αγαπημένο πιάτο. Όταν μου αφήνουν κάτι τέτοιο, παίρνω μια μπουκιά για τη γεύση και φεύγω βιαστικά.

– Γιατί δε θέλεις να σε βλέπουμε όταν μπαίνεις στο σπίτι;

Είμαι πολύ πιο ντροπαλός απ’ όσο νομίζετε. Μη βλέπετε τώρα που κάθομαι και μιλάω μαζί σας. Αν όλα τα παιδιά της γης με δουν όταν μοιράζω τα δώρα, νιώθω πως θα λιποθυμήσω και μετά, πάει, χάθηκε η διανομή!

– Αν δεν ήσουν ο Άγιος των Χριστουγέννων, τι δουλειά θα έκανες;

To ρωτάτε; Θα έφτιαχνα παιχνίδια ή θα ήμουν ντελιβεράς!

– Σου κολλάει κανείς ένσημα για όλα όσα κάνεις;

Δεν είμαι κανονικός άνθρωπος κι έτσι δε χρειάζεται να είμαι ασφαλισμένος. Όμως όπως τα υπολογίζω, ακόμα κι αν μου κολλούσε ένσημα ο Θεός, η σύνταξη που θα έπαιρνα δε θα έφτανε ούτε για να φτιάξω την καινούρια μου στολή!

– Σου αρέσουν τα Χριστούγεννα;

Aυτή κανονικά είναι ερώτηση που θα έπρεπε να σας κάνω εγώ! Πείτε μου ένας-ένας γιατί σας αρέσουν οι μέρες των γιορτών!

Επικρατεί ένας μικρός χαμός. Τα παιδιά φωνάζουν πως οι μέρες των γιορτών είναι όμορφες, χαίρονται που δεν έχουν σχολείο, παίρνουν δώρα και βλέπουν το δέντρο στο σαλόνι. Όμως ο Θωμάς έχει εκείνες τις μέρες τα γενέθλιά του και γι’ αυτόν υπάρχει μεγαλύτερος λόγος να χαίρεται. Σε λίγη ώρα η κουβέντα πάει για άλλη μία φορά στο φαγητό. Οι πρώην απαγωγείς και τώρα φίλοι του Άγιου Βασίλη, προσπαθούν να τον πείσουν να κάνει μαγικά στους ανθρώπους για να τρώνε και άλλα φαγητά τα Χριστούγεννα. Ακούνται χίλια πράγματα, μέχρι που η Βαλέρια του λέει πως θα ήθελε να τρώνε κοκορέτσι. Ο Άγιος Βασίλης την κοιτάζει και της κλείνει το μάτι, σα να συμφωνεί και οι ερωτήσεις συνεχίζονται. Όμως ακούγονται ψίθυροι και τα παιδιά πάνε να τον πιάσουν αδιάβαστο.

– Πώς χωράνε όλα τα δώρα στο έλκηθρό σου;

Έχετε καταλάβει πως σιγά-σιγά πρέπει να φύγω και θέλετε να με στριμώξετε. Κι όμως, δε θα σας κάνω τη χάρη! Θα το πω μόνο σε ΄σας και θέλω και αυτό να μείνει μεταξύ μας, γιατί αν το πείτε σε άλλους θα κινδυνέψουν αληθινά οι μέρες των γιορτών. Θα κινδυνέψουν περισσότερο μετά το λάθος που κάνατε να με απαγάγετε!

Τα παιδιά σάστισαν, αλλά το πρόσωπο του Άγιου Βασίλη φωτίστηκε όπως εκείνη τη νύχτα στο πάρκο. Εκείνος χαμογέλασε και συνέχισε τη διήγησή του.

Έχω σε όλο τον κόσμο, καλά κρυμμένες από τα μάτια των ανθρώπων, πολλές, πάρα πολλές αποθήκες. Εκεί οι βοηθοί μου βάζουν τα παιχνίδια και από εκεί γεμίζω το έλκηθρό όταν πηγαίνω σε διαφορετικές περιοχές.

– Τελικά θα μας πεις που μένεις;

Θα σας το πω αλλά με έναν τρόπο μαγικό που μόνο εσείς θα καταλάβετε. Μένω στα χαμόγελα και τις καρδιές των παιδιών, μικρών και μεγάλων. Μένω σε κάθε «χρόνια πολλά» που λέτε και το εννοείτε. Είμαι πάντα δίπλα σας, κι ας μη με βλέπετε. Όμως τη διεύθυνση του σπιτιού μου δε θα σας τη δώσω!

– Εκεί που ζεις πληρώνετε ΕΝΦΙΑ;

Θα ‘θελα να μάθω πώς σκέφτεστε τέτοια πράγματα! Όποιος κι αν ήρθε να με φορολογήσει, όταν είδε τα δώρα άλλαξε γνώμη. Κάθε χρόνο έρχονται, παίρνουν κάτι που τους αρέσει και με αφήνουν ήσυχο!

– Αν τελικά σε κρατούσαμε εδώ, δε θα ερχόταν στ’ αλήθεια οι γιορτές;

Θα ερχόταν οι γιορτές αλλά δε θα είχαν το κανονικό τους χρώμα. Ποιος θα σας έφερνε τα δώρα. Είμαι ήδη 4 μέρες πίσω και πρέπει να τρέξουμε για να προλάβουμε! Γι’ αυτό σας παρακαλώ, αν με δείτε στην αλλαγή του χρόνου, πείτε μου απλά ένα «γεια» και χαμογελάστε μου γιατί στ’ αλήθεια δε θα προλαβαίνω. Θα σας θυμάμαι όμως όλους.

Ο Άγιος Βασίλης χαμογέλασε με το τελευταίο δώρο. Κανείς δεν του είχε βάλει δύσκολα τα τελευταία χρόνια. Και σαν πονηρός που είναι, της απάντησε πως ένα τέτοιο δώρο θα καθυστερούσε, γιατί θα έπρεπε να πάρει άδεια από τον Δήμο και στην Ελλάδα αυτές οι άδειες αργούν. «Σκέψου λοιπόν κάτι άλλο, για το κομπρεσέρ θα το περιμένεις μέχρι το Πάσχα» της είπε γελώντας, και μαζί του γέλασαν όλα τα παιδιά. Έπειτα, αφού τα χαιρέτισε ένα-ένα, τους ζήτησε να ευχηθούν για τις μέρες των γιορτών. «Αγάπη και ειρήνη σε όλο τον κόσμο» είπαν όλα μαζί, και αμέσως μετά ο κουρασμένος ταξιδιώτης έφυγε με έναν τρόπο μαγικό. Ένα σύννεφο εμφανίστηκε στην άκρη του δρόμου και τον πήρε μακριά. Η ζέστη που έφερε μαζί του, ακολουθεί μέχρι και σήμερα τις καρδιές των παιδιών.

Οι πρώην απαγωγείς και πλέον φίλοι του Άγιου Βασίλη ήταν ευτυχισμένοι. Τον γνώρισαν από κοντά και όχι μόνο τους συγχώρεσε για το λάθος που έκαναν, αλλά τους είπε και πράγματα που μόνο λίγοι γνωρίζουν. Όσα έζησαν θα μείνουν κλεισμένα στην καρδιά και το μυαλό τους. Και αν ο Άγιος Βασίλης τους ξανασυναντούσε και τους ζητούσε έστω και για λίγο να γίνουν βοηθοί του, αυτοί θα πήγαιναν χωρίς να το σκεφτούν καθόλου. Όμως στο βάθος του μυαλού τους είχαν πως αν κάνουν κάτι τέτοιο, θα μπορέσουν να πάρουν περισσότερα δώρα, που ανήκουν σε άλλα παιδιά. Αυτή όμως είναι μια άλλη ιστορία…

Καλές γιορτές!

 

Go to TOP
Άνοιγμα