post image

Το Μινιόν ως ο ιδανικός μου προορισμός

Φωτεινές, φευγαλέες εικόνες από την παιδική ηλικία

Οι αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας δύσκολα σταματάν να συντροφεύουν τον άνθρωπο. Έτσι, κάποια βιώματα γίνονται αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού μας και τα ανακαλούμε σε χώρο και χρόνο εντελώς τυχαίο. Όμως πόσο τυχαίο μπορεί να είναι, όταν τέτοιες μέρες, που πλησιάζουν τα Χριστούγεννα, οι φωνές από τα μικρά τερατάκια – ανήψια μου, δε σταματάν να ακούγονται. Κύριο θέμα συζήτησης, τί άλλο, από τα δώρα των φετινών γιορτών. Πρώτη λοιπόν εικόνα που μου έρχεται στο μυαλό τέτοιες μέρες, είναι η αγωνία μου να επισκεφθώ ως παιδί το Μινιόν.

Η φαντασμαγορική εικόνα του Μινιόν ξεκινούσε τέτοιες μέρες από τις βιτρίνες του. Η διακόσμησή του ήταν πέρα των ελληνικών δεδομένων εκείνης της εποχής, ενώ το όλο concept δύσκολα σε άφηνε ασυγκίνητο. Πόσο μάλλον αν δεν είχες συμπληρώσει καλά-καλά τα 7 σου χρόνια. Βρισκόταν στη γωνία των οδών Πατησίων και Δώρου, αλλά αποτελούσε από μόνο του σημείο αναφοράς. Το αστείο είναι πως αν σήμερα ρωτήσεις έναν Αθηναίο για την ακριβή τοποθεσία του καταστήματος, πέρα απ’ το ότι θα «κολλήσει», θα αρκεστεί να το τοποθετήσει «κοντά στην Ομόνοια». Ένας χώρος και μια ιστορία που ξεκίνησε να γράφεται το 1944, σε μια Ελλάδα που πάλευε να σταθεί στα πόδια της. Ο νεαρός, τότε, Γιάννης Γεωργακάς, έστησε εκ του μηδενός το μεγαλύτερο πολυκατάστημα της χώρας, που στις εποχές δόξας του «φλέρταρε» με την λίστα των δέκα μεγαλύτερων ολόκληρης της Ευρώπης. Από ένα μικρό περίπτερο, σε έναν επιχειρηματικό κολοσσό που απασχολούσε μέχρι και χίλια άτομα!

post image

Πλησιάζουν λοιπόν Χριστούγεννα, και όπως προείπα, αυτά ήταν συνυφασμένα με το Μινιόν. Χριστούγεννα δίχως Μινιόν δεν γίνονταν ακόμα και αν δεν έμενες στην Αθήνα. Το θηριώδες κατάστημα, κάθε χρόνο τέτοια εποχή, άνοιγε τον 6ο του όροφο μόνο για τις γιορτές. Με τεράστια προσμονή αλλά και το δέος του τεράστιου, τρέχαμε στον  Άγιο Βασίλη για τις καθιερωμένες φωτογραφίες, ενώ ακόμα και ο ιδιοκτήτης μοίραζε σοκολάτες στους μικρούς επισκέπτες! Όροφοι αχανείς, με τα προσφερόμενα προϊόντα να ξεπερνούν κάθε φαντασία. Τα παιδιά χάνονταν σε έναν παράδεισο που ξεκινούσε από τα Playmobil και τη Barbie, και έφτανε στο τέλος του με τηλεκατευθυνόμενα αλλά και τεράστια αυτοκινητάκια στα οποία μπαίναμε μέσα οι ίδιοι, τα οποία λειτουργούσαν με τεράστιες μπαταρίες. Στο Μινιόν τα πάντα ήταν διαφορετικά, αλλά ειδικά στα παιχνίδια, που αφορούσαν εμένα, πρώτη φορά είδα στη ζωή μου ολοκληρωμένα σετ: Το κάστρο του He-Man, τον πυροσβεστικό σταθμό της Lego και πολλά ακόμα, που όμως όσο κι αν στίβω το κεφάλι μου, έρχονται στιγμιαία, σαν φευγαλέες εικόνες στο μυαλό και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα φεύγουν.

Θυμάμαι όμως χαρακτηριστικά πόσο μεγάλος μπελάς ήμουν για τους γονείς μου. Η εικόνα, κλασική: Τραβάω τη μάνα μου από το χέρι, με πρωτόγνωρη δύναμη και φυσικά γκρίνια, ζητώντας της να μου πάρει το αυτοκίνητο. Θυμάμαι επίσης χαρακτηριστικά τις κυλιόμενες σκάλες ή αλλιώς τη χαρά του παιδιού. Από τον 5ο στον 6ο και πάλι απ’ την αρχή, μέχρι που μεγαλώνοντας λίγο ακόμα, άρχισα να ανεβαίνω και τις σκάλες ανάποδα. Η μάνα μου, σε μία συνεχή κατάσταση εγρήγορσης, αμφιβάλλω αν ποτέ χάρηκε όσο θα έπρεπε τις επισκέψεις μας εκεί. Έτσι κι αλλιώς, η επόμενη αταξία μας ήταν ήδη προσχεδιασμένη. Ήταν και το πλήθος τόσο μεγάλο, που σε κάθε αφορμή μας υπενθύμιζε πως αν χαθούμε, πρέπει να πάμε αμέσως στον χώρο της υποδοχής και να ζητήσουμε να τη φωνάξουν από τα μεγάφωνα.

post image

Στο Μινιόν μπορούσες να αγοράσεις κυριολεκτικά τα πάντα: Aπό επιτραπέζια, CD και καφετιέρες, μέχρι βίντεο και κολώνιες, ακόμα και αυτοκίνητο. Κι αν δεν ήθελες να ψωνίσεις, απολάμβανες το ρόφημά σου στην καφετέρια. Ήταν μία μικρή πόλη μέσα στην καρδιά της μητρόπολης.Όμως όπως οι πόλεις βιώνουν την εσωστρέφεια μετά από τις περιόδους ακμής, έτσι και το Μινιόν δε μπορέσε ποτέ να ξεπεράσει τον εμπρησμό που υπέστη το 1980. Ανήκω στους τυχερούς που έζησαν την ανοικοδόμησή του και πρόλαβα μεγάλο μέρος της λάμψης του στην ιδανική, για μένα, ηλικία. Άντεξε όμως περίπου μία εικοσαετία ακόμα, ώσπου το 1998 το πολυκατάστημα σίγησε οριστικά.

Έτσι σήμερα, το μόνο που μου απομένει είναι μία ντουζίνα φωτογραφίες και πληθώρα αναμνήσεων από μια αγνή εποχή που έχει φύγει οριστικά. Με αυτές πορεύομαι και κάθε Χριστούγεννα γίνομαι πάλι παιδί.

Go to TOP