post image

Βλακ Φράιντεϊ

Μία μόνο μαύρη μέρα δεν αρκεί

Αχ… τις καλές μου εποχές θα είχα αρματωθεί με όλες μου τις κάρτες, χρυσές, πλατινένιες, κίτρινες, μπλε, ασημένιες, των απανταχού ανά την ελληνική επικράτεια τραπεζών, καμιά δεκαπενταριά οι λατρεμένες μου τότε, και ασυγκράτητος θα εφορμούσα στα καταστήματα. Οι συρόμενες πόρτες δεν θα με προλαβαίνανε και οι υπάλληλοι δεν θα φτάνανε να με εξυπηρετήσουν.

post image

Επειγόντως ο εργοδότης θα προχωρούσε σε άμεσες εκ του πεζοδρομίου προσλήψεις και δημοσίως θα αναγνωριζόταν η συμβολή μου στην εθνική οικονομία. Στα δοκιμαστήρια θα λύγιζαν οι κρεμάστρες και στα ηλεκτρονικά θα φέρνανε τις κούτες με φορτηγά απ’ το τελωνείο. Καραβιές απ’ την Ιαπωνία θα κατέφθαναν, σαν σύγχρονα καραβάνια της Ανατολής, φορτωμένες λογιών λογιών γκάτζετς και της οικουμένης των πιο λαμπρών μυαλών τα επιτεύγματα. Θα αγόραζα για τους φίλους μου, για τους γονείς μου, για τους γείτονες, για αγνώστους και περαστικούς. Σε 12, 24, 36, 240 δόσεις, η τελευταία να λήγει στα 107 μου χρόνια ζωή να έχω καθότι από σόι κορακοζώητο.

post image

Είναι άλλωστε γνωστό πως Βρετανοί επιστήμονες μεσαιωνικών πανεπιστημίων που πετάνε καπέλα με δίσκο και φούντα απέδειξαν πως το προσδόκιμο της ζωής του σύγχρονου ανθρώπου έχει επιμηκυνθεί λόγω της φυσικής ανάγκης να αποπληρώσει τα στεγαστικά του δάνεια. Θα έφτανα στο ταμείο φορτωμένος με ότι επιτάσσει η σύγχρονη μόδα, θα ξεδίπλωνα την βεντάλια των καρτών μου στην υπάλληλο για να διαλέξει. Θέλεις VISA; Θέλεις debit; Θέλεις Mastercard; Θες να λήγει αύριο; Θες να μη λήγει ποτέ; Θα σου βρω μια που τα τέσσερα τελευταία της ψηφία θα είναι η χρονιά που γεννήθηκες. Αχ… στις καλές μου εποχές… Αλλά, όπως λέει και ο ποιητής «φράγκο, ρεζέρβα, φαλιμέντο περκέ μαντζάρε σοσιαλίστε κομπανία» και κάπως έτσι από όλες εκείνες τις τράπεζες ξεμείναμε με το πάουερ μπανκ.

post image

Οι ληγμένες κάρτες με κάνουν να μελαγχολώ και ο μήνας ακόμη δεν έφτασε στα μισά. Και εγώ που έμαθα να καταναλώνω τώρα περιορίζομαι στο να επιβιώνω. Αλλά έφτασε Νοέμβριος και μαζί η μέρα των μεγάλων εκπτώσεων και αυτό απαιτεί πρόγραμμα και σχέδιο ικανό ώστε με τα λίγα να αποκτήσουμε τα πολλά, κινούμενοι γρήγορα στις ουρές, στοχευμένα, έχοντας μελετήσει μέρες πριν το στόχο και, κυρίως, έχοντας κάνει όνειρα ότι το πολυπόθητο προϊόν θα προσφερθεί με έκπτωση τρελή σε όποιον πρώτος φτάσει στο ράφι και το βρει.

post image

Τι ειρωνεία που μια τέτοια Παρασκευή δεν την ξέραμε όταν είχαμε τις τσέπες μας γεμάτες, αλλά ίσως και γι’ αυτό τότε να μην την χρειαζόμασταν και να την σνομπάραμε γελώντας με τις εικόνες στην τηλεόραση των χιλιάδων Αμερικανών που έστρωναν αποβραδίς έξω απ’ τις μεγάλες μαρκέτες, τυλιγμένοι με κουβέρτες, κουκουλωμένοι στα μπουφάν τους, περιμένοντας τις πόρτες να ανοίξουν για να εκκινήσουν πρώτοι, να προσπεράσουν τον διπλανό τους, σπρώχνοντας, πεδικλώνοντας, δαγκώνοντας στην ανάγκη, να προφτάσουν στο ράφι το όνειρο που τους περίμενε σε προνομιακή τιμή.

Τα βλέπαμε αυτά και γελούσαμε με αυτό το έθνος που πάτησε στο φεγγάρι σε ζωντανή μετάδοση αλλά δεν είχε λεφτά να αγοράσει μια τηλεόραση, ενώ εμείς… πλειοδοτούσαμε στις ίντσες της βλακείας μας, μοιραίοι, αμέριμνοι και ανυποψίαστοι συνάμα του παγόβουνου που μας την είχε στημένη στη ρότα μας.

post image

Την τελευταία Παρασκευή του Νοεμβρίου τα αφεντικά θα τρελαθούν. Κι αν νομίζετε ότι ειρωνεύομαι, σας λέω πως μεγάλο λάθος κάνετε. Μία μόνο μαύρη μέρα δεν αρκεί, έπρεπε να είχαμε και Μαύρη Δευτέρα και Τρίτη και Τετάρτη και βδομάδα ολόκληρη. Έπρεπε να είχαμε Μαύρη Παρασκευή εδώ και δεκαετίες, ίσως τότε κάτι να είχαμε μάθει από αυτήν. Καθιερώθηκε στην Αμερική το 1952 και ήλθε στην Ελλάδα μετά από 65 χρόνια, όπως κάθε τι άλλο, αφού η χώρα λειτουργεί με χρονοκαθυστέρηση περίπου μισού αιώνα. Κλαίμε όταν οι άλλοι γελάνε και ξεκαρδιζόμαστε όταν οι άλλοι θρηνούν: Καταλαβαίνουμε το ανέκδοτο στην κηδεία αυτού που το’ πε. Μονίμως εκτός κλίματος και εποχής, σερνόμαστε στην ουρά των εξελίξεων ενώ κολακευόμαστε πως τις οδηγούμε. Είμαστε μια τεράστια μηχανή του χρόνου με πανέμορφες παραλίες και υψηλό ΦΠΑ.

post image

Το ξέρω πως έξω απ’ τα καταστήματα θα στηθούν και κάποιοι που ψάχνουν την ευκαιρία, αλλά θα ‘μαστε και εμείς που θα είναι η μοναδική μας. Μην αναζητήσετε να με βρείτε, η ουρά μου δεν θα ξεχωρίζει από τις άλλες: θα στέκεται ορθή, καμαρωτή αλλά στην άκρη της θα έχει έναν που τρέμει. Κρατώ με χέρι σίγουρο και σταθερό την κάρτα, γνώριμη αίσθηση από παλιά – τα χέρια έχουν δική τους μνήμη – αλλά δεν γράφει το όνομα μου. Είναι της γιαγιάς, αυτή που μπαίνει η σύνταξη.

Go to TOP