Fifteen Love

Το καλύτερο τένις είναι το χωριάτικο

 

«Ιγώ τον Στεφανάκο τουν είχα δει από μικρουό. Το ‘χα καταλάβει ιγώ το πιδί πως θα γέν’ τρανό. Δηλαδής, μη σου πω, ό,τι έγινε περίπου το οφείλει κατά κάποιον τρόπο κι σι μένα. Ιρχόταν αυτό στου χωριό κάτι Πάσχα θυμάμαι. Μια φουρά του λέω: «Συ Στεφάνακο μ’, παίζεις καθόλου μπάλα;». «Όχι», μι απαντά αυτό «ιγώ παίζω τένις» μι είπε. «Γιατί;» του λέω «Στεφανάκο μ’; χτυπημένου είσι κι δεν μπουρείς να παιξ μπάλα;». «Όχι μπάρμπα» μι είπε αυτό, «μ’ αρέσ΄ του τένις». «Α, καλά αμά ίναι έτσ’ αλλάζει του πράμα» του ‘πα γω. Κατάλαβες; Δεν το αποπήρα του πιδί! Με κάποιουν τρόπο δηλαδή τον ενθάρρυνα κι όλας.

Αν το’ χα ιγώ τότες αποπάρ’ μπουρεί κι να σταματούσι, γιατί, μ’ είχε μιγάλο σεβασμό ιμένα κι μ’ άκουγε. Αλλά τον άφκα να συνεχίσ’. Βέβαια, μ’ είχε φανεί παράξινο που δεν έπαιζε μπάλα, γιατί ιγώ ήμανε και καλός πουλύ στη μπάλα. Δεν ξερς που μ’ είχαν κι διλτίου στις Καμινάδες; Βέβαια! Διλτίου κανονικό ρε. Κι φανέλα θκιά μ΄ κι όλα. Αλλά διν είχα τσι γνωριμίες να με πάρουν να μι παν σε μεγάλ’ ουμάδα στην Αθήνα, απ’ αλλιώς θα ‘μουν ιγώ τρανός τώρα. Τέλους πάντων τώρα, να αφήσουμ’ τα θκά μ’. Του πιδί αυτό, είχε και θκια τ’ ρακέτα να καταλάβς, τόσο πουλύ του άρ’σε του τένις.»

Σήκωσε το ποτήρι του και ήπιε το τσίπουρο που του είχε μείνει. Πήρε μια ελιά με το χέρι και ρίχνοντάς την στο στόμα σηκώθηκε. «Αει να παγαίνω τώρα, γιατί θ’ αρχίσει κι ου αγώνας. Να σι καλά για το κέρασμα, χάρ’κα που τα είπαμε έτσι ουραία. Θα κάτς μέρες στου χουριό;» «Όχι μπάρμπα, μόλις τελειώσει ο αγώνας θα φύγω κι εγώ, πρέπει να γυρίσω Αθήνα» «Άει καλά, να προσέχς ικί στη ζούγκλα. Πώς μπουρείτε κι ζείτε ικί;» «Ε… έχει και τα καλά της» «Πάψε μωρέ, τι καλά; Ούλου καυσαέρια και κίνης, Αααα ιγού δεν μπουρώ ντιπ. Τέλους πάντων, να θυμάσαι ου Στεφανάκος θα πάει τελικό ρε, θα τον πατής αυτόνα τον Ναδάλ. Θα του σκίσ’ τα πρέκια. Σι λέω εγώ να το θυμάσαι» «Λες μπάρμπα;» «Αει ίσαι χαζό; Κι γω νόμιζα ότι ξέρς από τένις; Σίγουρα πράματα σι λέω. Αν του κόβ’ και τουν παίξ’ σουστά, δεν έχ’ ελπίδα ο Ισπανός ρε. Αν ρουτάς ιμένα, πρεπ’ να του ανοίξ’ το ντράιβ για να του πάρ’ του ριβέρ απ’ του μπάκχαντ ώστε να τουν πιέσ΄ να κάν’ ανφόρστν έρουρς, κατάλαβις; Άει γειας τώρα».

Ομολογώ πως ζήλεψα τον ενθουσιασμό του. Ήταν πραγματικά περήφανος που βοήθησε τον Στέφανο να φτάσει τόσο ψηλά. Που δεν τον αποπήρε τότε: αυτό οπωσδήποτε ήταν το καθοριστικότερο σημείο στην καριέρα του Στέφανου. Έδειχνε τόσο σίγουρος που σκέφτηκα ότι ίσως τον είχα αδικήσει τον «Στεφανάκο»: μπορεί και να κέρδιζε. Φεύγοντας δεν είδα γήπεδα τένις αλλά ένα καφενείο γεμάτο από χαρούμενους ανθρώπους και αυτό ίσως να είναι αρκετό. Έπειτα μπήκε με βιασύνη στο καφενείο γιατί τον είχα καθυστερήσει με την κουβέντα. «Τι έγινε ρε; Ξεκίνσε ου αγώνας;» Κοιτάζει την οθόνη: 15-0

“Άει ρε δεν σας είπα ιγώ; Θα τουν σκισ’ ου θκος μας, ήδη είνι δεκαπέντε μηδέν, α ρε ούτε πόντο δεν του πήρ΄ου άλλους!”

Go to TOP
Άνοιγμα