post image

Όταν ο Άγιος βγήκε οφσάιντ

Μία συζήτηση με πολλές άγνωστες λέξεις

Σε μια περίοδο που οι δόσεις της εφορίας είναι περισσότερες από τις ανάσες ευφορίας, ένας μυστήριος τύπος βγήκε εκτός πορείας και προσγειώθηκε στη γειτονιά μας. Το παρουσιαστικό του είναι πασίγνωστο λόγω της διαχρονικής χορηγίας της κοακόλας (εεεεεε, με συγχωρείτε, της παράδοσης) αλλά και της αγάπης που του δείχνουν μικροί και μεγάλοι. Είναι ο διάσημος Άγιος των Χριστουγέννων, που στη χώρα μας τον βάλαμε με το ζόρι να σκάει μύτη την Πρωτοχρονιά. Βασίλης το όνομά του και μεγάλη η χάρη του, γιατί τα δώρα στον 21ο αιώνα είναι το ίδιο δυσεύρετα με το τέρας του Λοχ Νες.  Αυτά τα δώρα, που κουβαλά και μοιράζει στις γιορτές, του χαρίζουν το βραβείο του πιο αλανιάρη αγίου. Και σαν αλάνι που είναι, μία μέρα «πατήθηκε» λίγο παραπάνω, δεν τσέκαρε το GPS και βρέθηκε παρκαρισμένος σε ένα μεγάααααααααλο χωριό.

post image

Έλα όμως που είναι βράδυ Κυριακής και στο επίμαχο location δε συναντάς άνθρωπο ούτε για δείγμα. Πάλι καλά που υπήρχε το διανυκτερεύον σουβλατζίδικο με τη θερμάστρα σε μέγεθος F-16, που φιλοξένησε τον Άγιο, τον ζέστανε, τον τάϊσε και τον κέρασε μια εξομολόγηση που κάπως έπρεπε να καταγραφεί. Η συζήτηση ξεκίνησε προσπερνώντας εύκολα τα διαδικαστικά (βλ προηγούμενη παράγραφο) και εστίασε καταρχήν στους τόνους από σουβλάκια, τις πίτες και τα μπιφτέκια. Είναι βέβαια λίγο σουρεάλ να σε ρωτάει ένας μαν δύο χιλιάδων ετών ποια είναι η διαφορά της μαγιονέζας από την σως κέτσαπ, αλλά ας το προσπεράσουμε για να φτάσουμε στην αμοιβαία ψυχανάλυση.

post image

Ο Άγιος που έχει παραγγείλει… λίγο απ’ όλα, μπουκώνει και ταυτόχρονα ρωτά τον ιδιοκτήτη… πώς τη βγάζει. Άλλο που δεν ήθελε ο ιδιοκτήτης-σουβλατζής-εστιάτορας-ψυχολόγος της νύχτας, και ξεκινά έναν μονόλογο βαθύτατα επηρεασμένο από τα μονόπρακτα του Ζαν Κοκτώ: «Σε πιάνει μια αηδία ρε συ Άγιε. Πώς να τη βγάλεις καθαρή όταν έχεις να πληρώσεις το ενοίκιο, την προκαταβολή φόρου για την επόμενη χρονιά, τον ΕΝΦΙΑ, το ΕΦΚΑ των…». Ο ερυθρόλευκος κύριος με τη γκρίζα γενειάδα ξεροκαταπίνει και πνίγεται προς στιγμή, ενώ σε ελάχιστα δευτερόλεπτα πέφτει από την καρέκλα του. Νεκρική σιγή με τον ιδιοκτήτη και τους τρεις υπαλλήλους του να σκέφτονται το γνωστό ρητό πως ο ηλικιωμένος θα πάει από πέσιμο ή από χέσιμο. «Δώστε λίγο νερό στον άνθρωπο ρε βόιδια», με αμιγώς θεσσαλικό αξάν και έπειτα πέφτουν διαφημίσεις.

Ο Bill όμως σηκώνεται (σχεδόν) ακμαίος, μα πριν προλάβει να πάρει μια ανάσα, ο σουβλατζής τον πιάνει από τα μούτρα. Αναγκαίο προαπαιτούμενο, η φράση «τί σου έλεγα πιο πριν;», χωρίς φυσικά να περιμένει απάντηση. «Εδώ που έχουμε φτάσει, όσα περισσότερα άτομα εξυπηρετώ, τόσο περισσότερο μπαίνω μέσα. Γιατί αν από τη μία κόβεις και αποδείξεις σε όλα σου τα προϊόντα, αργά ή γρήγορα θα κλείσεις. Αν δεν κόβεις και σε τσακώσουν, παίζει να τη βγάζεις και φθηνότερα. Το ξέρεις Άγιε πως θέλω να είμαι νόμιμος αλλά δε μπορώ;». Ο Βασίλης συνεχίζει να τρώει και κουνάει συγκαταβατικά το κεφάλι του. Μετά από τον τεράστιο μονόλογο που σου μεταφέρω περιληπτικά, σκάει και η φλασιά: «Σε ενδιαφέρουν αυτά που λέω;». Δαγκώνεται λίγο ο Άγιος και τον βλέπεις να μην ξέρει τί να απαντήσει. «Έχω πολλές άγνωστες λέξεις», του ψιθυρίζει μετά από λίγο.

post image

Η γενειάδα έχει γίνει τρικολόρ από την σως κέτσαπ και η μυρωδιά του σκόρδου από το μπέργκερ που χτυπά για επιδόρπιο, γεμίζει τον αέρα με νότες μεγάλης ευχαρίστησης. Η «μετάφραση» κρατάει δύο ώρες και από στιγμή σε στιγμή θα ξημερώσει. Ο χορτασμένος Άγιος λέει να την κάνει και ετοιμάζεται να απασφαλίσει τη βόμβα του: «Άνοιξες που άνοιξες επιχείρηση στην Ελλάδα, γιατί δεν ίδρυες και μία offshore στις Νήσους του Σολωμώντα; Έτσι θα είχες λύσει το πρόβλημα που δημιούργησες». Ο προβληματισμένος σουβλατζής χαμογελά με νόημα. Μία κοσμική ακτίνα φωτός χτύπησε την καράφλα του και η Θεία Φώτιση του έδειξε το δρόμο για το μέλλον. Άλλωστε ξενυχτάμε που ξενυχτάμε, δεν είναι κακό να  μαθαίνουμε και κάτι.

Go to TOP