post image

Αγάπησα έναν vegan

Μια ιστορία αγάπης που σέβεται τα ζώα

Θα ‘πρεπε να είναι μια μέρα χαράς. Πρώτη φορά ερχόταν άντρας σπίτι να γνωρίσει την οικογένεια. Η Τούλα ήταν η πρώτη μας και η μεγαλύτερη, κορίτσι μυαλωμένο και σεβαστικό, αλλά στους άντρες άτυχο. Κάτι σχέσεις παλαιές δεν ευτύχησαν, ίσως να ‘φταιγε λιγάκι και κείνη, όχι πως ήταν άσχημη ή τίποτις τέτοιο, αλλά ζητούσε περίεργα πράματα και οι δεσμοί, πώς να το πω, ξεκόβανε μετά από λίγο αν δεν τους πρόκαμε εκείνη. Ετούτος όμως είχε λάβει το χρίσμα, ειδαλλιώς η Τούλα δεν θα τον παρουσίαζε σε επίσημη πρεμιέρα. Άμα τη ανακοινώση ο πατέρας έλαμψε από τη χαρά του ένεκα που το’χε καημό μην του μείνει το κορίτσι. Η μητέρα βάλθηκε να αρχίσει τις ετοιμασίες και του λόγου μου ήμουν χαρούμενος για την τύχη της αδερφής και που θα μου ‘μενε και το δωμάτιο εξ ολοκλήρου.

post image

Η μεγάλη ημέρα ορίστηκε Κυριακή που είναι και συμβολική όσο να πεις. Η μητέρα ήθελε να φτιάξει κατσικάκι στη γάστρα, τσιγαρίδες, πίτες, και γαλατόπιτα. Η Τούλα απ’ τη μεριά της,  διστακτικά κάτι προσπαθούσε να της πει, να ο έτσι δεν πολυτρώει κατσικάκι, οι τσιγαρίδες έχουν λίπος και τον πειράζει, είναι που ’χει και ένα θεματάκι με το στομάχι του και το γάλα τον φουσκώνει, μήπως μια λαχανόσουπα είναι πιο ελαφριά, καλή ιδέα θα ‘ ταν μια πίτα με ζόχια που ‘ναι και η εποχή τους. «Ντροπηηηηή» φώναζε η μητέρα, τι θα πει ο άνθρωπος για του λόγου μας; Έτσι θα τον εφιλέψουμε, σάματις είναι πρόβατο;» Αλλά κι ο πατέρας δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα. «Γω θα φέρω και λίγο γρούνι να το βάλουμε κει δα στη μέση για μεζέ». Την Κυριακή από τα αξημέρωτα ήταν στη κουζίνα. Το σπίτι λαμποκοπούσε. Δεν με άφησαν να κάτσω ούτε στο μπράτσο της καρέκλας.

post image

Κατά τις 12 ετέλεψαν οι ετοιμασίες και ντυθήκαμε όλοι λόρδοι. Στη μία ντάν χτυπάει το κουδούνι. «Από κάτω ήταν και περίμενε» σχολίασε με ικανοποίηση ο πατέρας κουνώντας επιδοκιμαστικά το κεφάλι. Βήματα στη σκάλα, φτάνει ο λεγάμενος κουφέτο. Ασπάζεται σεβαστικά την Τούλα που μας τον συστήνει.  Ο πατέρας τον καθίζει στο σαλόνι στον τριθέσιο τον καλό και παίρνουμε και μεις θέσεις γύρω κυκλωτικές. Η μητέρα φέρνει να τρατάρει λίγο τσίπουρο φετινό. «Ευχαριστώ, δεν πίνω, αλλά ένα νεράκι θα το πάρω». «Μην είσαι ντροπαλός» τον ενθαρρύνει ο πατέρας, «εμάς εδώ μας αρέσει το πιοτί». «Να, ξέρετε, ευχαριστώ αλλά δεν πίνω αλκοόλ» συνεχίζει εκείνος και ήδη αρχίζω να αισθάνομαι άσχημα για του λόγου του. «Μην τον ζορίζεις τον άνθρωπο, άμα δεν θέλει να πιεί να μην πιει» τον αβαντάρει η μητέρα και επιστρέφει με ένα νερό παγωμένο και χαμόγελο ζεστό.

post image

Γίνεται κουβεντούλα και ο διαγωνιζόμενος είναι διαβασμένος. Την Τούλα μας την αγαπάει και φαίνεται παιδί εργατικό και καθαρό στον λόγο. Η Τούλα στρώνει το τραπέζι, το κατσίκι, το γρούν’, μια πιατέλα τσιγαρίδες, μια μπατζίνα με μπόλικη φέτα, έναν πλαστό και την γαλατόπιτα. Καθόμαστε, βάζουμε κρασί παρεκτός της Τούλας και του λεγάμενου που πίνουν νερό. «Φάε γρούν’ θα με θυμηθείς» λέει ο πατέρας. «Ευχαριστώ αλλά δεν τρώω χοιρινό θα φάω λίγο πλαστό». «Δεν τρως χοιρινό; Μουσουλμάνος είσαι;» χωρατεύει ο πατέρας και γελάμε, γελάει κι αυτός. «Ε βάλτου κατσίκ΄». «Να, ξέρετε, ούτε κατσίκι τρώω…δηλαδή δεν τρώω κρέας». Τέτοια κουβέντα δεν είχε ξαναματακούσει ο πατέρας και νόμιζε ότι ήταν αστείο και άρχισε να γελάει δυνατά και να πνίγεται. Του λόγου μου ούτε εγώ είχα ξαναματακούσει αλλά είδα που η Τούλα κατέβασε το βλέμμα και κατάλαβα ότι ο γαμπρός δεν χωρατεύει.

post image

Ο πατέρας είδε που δεν γέλαγε κανείς και κατάλαβε. Σοβάρεψε κι έμεινε αμίλητος. Με την άκρη του πιρουνιού μου πάλευα μια τσιγαρίδα από αμηχανία. «Τι άλλο δεν τρως;» τον ρώτησε αυστηρά. «Δεν τρώω…» έκανε μια παύση δισταγμού σα να επρόκειτο να ξεστομίσει πολύ βαριά κουβέντα «…τυροκομικά» είπε στο τέλος. Ο πατέρας δεν γέλασε αυτή τη φορά. «Είσαι άρρωστος; Θέλω να το ξέρω άμα είσαι άρρωστος.». «Όχι, κύριε, και να με συμπαθάτε, δεν είμαι άρρωστος, αλλά λυπάμαι τα ζώα, δεν θέλω να τα τρώω ούτε να τα αρμέγω».

post image

Σιωπή… ο πατέρας σκεπτόταν, της Τούλας έτρεμε η καρδούλα της, η μητέρα αμήχανη σκέπαζε τα κρέατα να μην κρυώσουν κι εγώ σκεφτόμουν πως πάει το δωμάτιο. «Ε ας φάει πλαστό» είπε τότε ο πατέρας κάνοντας μέσα του ένα άλμα που όμοιο του δεν είχαν κάνει γενιές και γενιές «σάμπως για το κατσίκι ήρθε εδώ ή για το γρούν; Για την Τούλα ήρθε και την Τούλα θα του δώκουμε».

Παντρεύτηκαν το επόμενο καλοκαίρι. Ο πατέρας δεν πρόλαβε να τους χαρεί. Έμφραγμα: «Οι τσιγαρίδες φταίνε», είπαν οι γιατροί.

 

Go to TOP