post image

Σκέψεις και ερωτήματα για τη συγκυρία μιας πανδημίας

Το «πραγματικό πρόσωπο» της επόμενης μέρας

Η περιπέτεια της πανδημίας αναδεικνύει σε όλα τα μέτωπα δημόσιου χώρου,  το στοίχημα δημόσιο vs ιδιωτικό, ατομικό vs συλλογικό, ένα σαφές στοίχημα κυριαρχίας. Ανατρέχοντας στα τελευταία χρόνια και στις ομάδες και δραστηριότητες που διεκδικούν τον δημόσιο χώρο της πόλης, μπορούμε, πολύ σχηματικά, να δούμε τα εξής. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’90, το στοίχημα είναι ελεύθεροι χώροι vs δρόμοι και κτίρια ή πεζοί vs κυκλοφορία οχημάτων, κυρίως των ΙΧ – των ΙΧ που καταναλώνουν ασύγκριτα περισσότερο χώρο από οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς και το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό δημόσιου χώρου της πόλης, τόσο με την κυκλοφορία όσο και με τη στάθμευση, δημιουργώντας ρύπους, θόρυβο και ανασφάλεια σε άλλους πιο «ευάλωτους» χρήστες του δημόσιου χώρου.

Απ’ τα τέλη της δεκαετίας, μέχρι και το ξέσπασμα της κρίσης, άλλη μια δραστηριότητα διεκδικεί αυξανόμενο μερίδιο στο δημόσιο χώρομ κι αυτή είναι η υπαίθρια εστίαση και αναψυχή. Αρχικά, επρόκειτο για λιτές και φορητές κατασκευές, στα πρότυπα της παράδοσης των δύο προηγούμενων αιώνων. Σταδιακά όμως, επρόκειτο για όλο και απαιτητικό σε χώρο εξοπλισμό και υποδομές (καναπέδες αντί για καρέκλες, μεγαλύτερα τραπέζια, ανεμοφράκτες από νάιλον τέντες ή πλέξιγκλας, όλο και μεγαλύτερες ομπρέλες, σταδιακά και σόμπες), ώστε να παρέχουν μεγαλύτερη «άνεση» και να εξυπηρετούν την πελατεία τους όλες τις ώρες, ει δυνατόν όλο το χρόνο. Παρά το χτύπημα που έδωσε η κρίση σε μια σειρά οικονομικών κλάδων, αυτό στην εστίαση και τον τουρισμό ήταν συγκριτικά μικρότερο. Σε πολλές περιοχές μάλιστα, πρόκειται για κλάδους που όχι μόνο άντεξαν, αλλά και αναπτύχθηκαν πολύ περισσότερο.

Έτσι, οι απαιτήσεις σε χώρο υπαίθριας κατανάλωσης, φαγητού, καφέ, ποτού κλπ, ολοένα αυξάνονταν, κάτι μάλιστα που εμπεδώθηκε ακόμα περισσότερο τα τελευταία χρόνια με το μέτρο της απαγόρευσης του καπνίσματος σε κλειστούς χώρους. Για να υποστηριχθεί κάτι τέτοιο, όλο το χρόνο, επεκτάθηκε η χρήση όλων των συνοδευτικών. Με όρους ζήτησης, την όποια μείωση του μέσου εισοδήματος των καταναλωτών αντιστάθμισε η αύξηση των επισκεπτών και του τουρισμού «πόλης» που αναπτύχθηκε. Μόνο που αυτή η εκτεταμένη ζήτηση και κατάληψη δημόσιου χώρου δεν έλαβε χώρα μόνο σε ιστορικές πιάτσες ή μέτωπα αναψυχής (ούτε φυσικά σε σχεδιασμένους για τον σκοπό αυτό χώρους) αλλά και σε πολλές άλλες νέες γειτονιές – στόχους ενός τουριστικού gentrification, των οποίων η μορφολογία τόσο του δομημένου χώρου (των καταστημάτων δηλαδή), όσο και του υπαίθριου δεν είχε «σχεδιαστεί» για να φιλοξενήσει αναψυχή και μάλιστα τέτοιων απαιτήσεων. Ξέρουμε ότι μεγάλο ποσοστό καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος βρίσκεται εγκατεστημένο σε καταστήματα που ήταν πρώην εργαστήρια, ή βιοτεχνίες, ή πρώην μικρομάγαζα γειτονιάς και με το ζόρι πληρούν σύγχρονες προδιαγραφές υγειονομικού ελέγχου.

Τη διασπορά επισκεπτών και αναψυχής στις πόλεις επέτεινε, στην Αθήνα ειδικά, τόσο το μετρό όσο και η διασπορά των καταλυμάτων Airbnb μέσα σε περιοχές γενικής κατοικίας σε όλο το πολεοδομικό συγκρότημα της πρωτεύουσας. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα μια όλο και περισσότερο εντεινόμενη πίεση στην κατοικία όχι μόνο μέσω των αξιών γης, αλλά και ως προς την όχληση από τον θόρυβο της αναψυχής. Σε πολύ περισσότερες περιοχές από ότι στη δεκαετία του ’90, και μάλιστα σε δημόσιο χώρο που, όπως προαναφέραμε, δεν προοριζόταν γι’ αυτό. Με τον ίδιο τρόπο αποδόθηκαν σταδιακά στην αναψυχή και όχι στους πεζούς, οι κάθε λογής πεζόδρομοι, είτε είναι θεσμοθετημένοι είτε όχι. Πολλές φορές τα τελευταία χρόνια απ’ τη σκοπιά μας, οι «ειδικοί» είτε μέσα από εμπειρίες άλλων πόλεων εκτός Ελλάδας, κυρίως όμως μέσα από διαδικασίες καταγραφής προβλημάτων και διαβούλευσης στο πεδίο, φτάσαμε να αμφισβητούμε το τοτέμ του «πεζόδρομου». Βλέπαμε δηλαδή, ότι για την διασφάλιση της βιώσιμης συνύπαρξης της κατοικίας με άλλες χρήσεις, έπρεπε συχνά να προκρίνουμε και ως χρήση και ως μορφή την κυκλοφορία ή έστω τη δυνατότητα διέλευσης ΙΧ, ακόμα και τη στάθμευση, από τις πλακοστρώσεις και τις πεζοδρομήσεις, γιατί βλέπαμε ότι αυτές τελικά δεν θα αποδίδονταν στους πεζούς αλλά στα τραπεζοκαθίσματα.

Επιπλέον, στη συνθήκη της οικονομικής κρίσης της τελευταίας δεκαετίας, αναδείχθηκε ένας νέος «πόλος» πολιτών που διεκδικούν εκτόνωση και αναψυχή στην πόλη, χωρίς όμως να έχουν την οικονομική δυνατότητα να καταναλώσουν στον ελεύθερο χρόνο τους σ’ αυτά τα μαγαζιά ή χωρίς να βρίσκουν την κοινωνική τους αντιστοιχία σ’ αυτά. Οι πολίτες αυτοί διεκδικούν/-ούμε, όλο και πιο εμφατικά, ελεύθερους από εμπορευματοποίηση χώρους για την εκτόνωση και την υπαίθρια αναψυχή μας, από το πεζοδρόμιο και τα σκαλιά των σπιτιών ή των κλειστών καταστημάτων, μέχρι τα πάρκα, τις πλατείες. Και φτάνουμε στη σημερινή συγκυρία της πανδημίας. Μετά από μια συνθήκη καραντίνας και δραματικού περιορισμού στα απολύτως αναγκαία για την επιβίωση των δραστηριοτήτων, των μετακινήσεων και της συνάθροισης ανθρώπων και, φυσικά, της κυκλοφορίας οχημάτων, μια συνθήκη στην οποία όλος ο δημόσιος χώρος της πόλης έγινε ξαφνικά μια μεγάλη «αυλή της κατοικίας», οι πόλεις μας σταδιακά «ανοίγουν» όπως λέγεται και ξαναζωντανεύουν οικονομικά.

Την «επόμενη μέρα» λοιπόν:

Σ’ όσους και όσες ήδη χρησιμοποιούσαν τους ελεύθερους από αυτοκίνητα ή τραπεζοκαθίσματα χώρους τα προηγούμενα χρόνια και την περίοδο της καραντίνας, είναι βέβαιο ότι θα προστεθούν κι άλλοι, είτε λόγω του περιορισμού του εισοδήματός τους, είτε από φόβο στο να πλησιάσουν σε χώρους εστίασης από ανησυχία για την υγειονομική τους ασφάλεια, ακόμα και γιατί κατά τη διάρκεια της καραντίνας ξαναβρήκαν νόημα σ’ αυτή ακριβώς την δραστηριότητα. Απ’ την άλλη μεριά, οι πολυάριθμοι κλάδοι που σχετίζονται με την εστίαση είναι ζητούμενο να επανενεργοποιηθούν ώστε να μειωθεί κατά το δυνατόν το αποτύπωμα της πανδημίας στην ανεργία και στο παραγόμενο προϊόν. Μόνο που για να γίνει αυτό, με όρους υγειονομικής ασφάλειας θα πρέπει να «αραιώσουν», τόσο στο εσωτερικό των μαγαζιών, όσο και στο δημόσιο χώρο. Κι από μια τρίτη σκοπιά, σε ότι αφορά την κυκλοφορία και ειδικά όσο ακόμα η άρση της καραντίνας είναι μερική και υπό έλεγχο, η σύσταση να αποφεύγονται πρακτικά οι εντελώς άσκοπες μετακινήσεις, τα ΜΜΜ και τα ταξί, και να προτιμώνται αντ’ αυτών το περπάτημα και ιδιωτικά μέσα μετακίνησης, επαναφέρει τις αξιώσεις κυκλοφορίας ΙΧ στο δημόσιο χώρο της πόλης.

Το κατά πόσο σε αυτή τη νέα μάχη για τον χώρο ο περιορισμός των μετακινήσεων θα αντιρροπηθεί ή και θα υπερκεραστεί από την αύξηση των μετακινήσεων με ΙΧ είναι ακόμα εντελώς άγνωστο. Κι επομένως είναι άγνωστη η δυνατότητα που θα υπάρχει για να αφαιρεθεί χώρος κυκλοφορίας για να αποδοθεί σε άλλη δραστηριότητα είτε αυτή είναι πεζοδρόμια για περπάτημα είτε για τραπέζια. To σίγουρο είναι, ότι σε ότι αφορά την χρήση του δημόσιου χώρου, η ζήτηση για μετακινήσεις με τα πόδια και το ποδήλατο θα είναι αυξημένη, γιατί θα θεωρείται για καιρό υγιέστερη (και, ασφαλώς, οικονομικότερη), κάτι που μπορεί να εγγράψει σε ακόμα περισσότερους και με πιο μόνιμους τρόπους αυτή την κουλτούρα για τις καθημερινές μετακινήσεις τους. Υπάρχει παράλληλα, η συζήτηση για την επέκτασή των τραπεζιών και των ξαπλωστρών στις παραλίες, και μάλιστα με οικονομικές ελαφρύνσεις τόσο για το διάστημα της καραντίνας όσο και για το προσεχές, ίσως και με δωρεάν παραχώρηση του επιπλέον χώρου.

Στην πραγματική ελληνική πόλη σε τι ποσοστό αυτών των χρήσεων είναι σήμερα εφικτή αυτή η επέκταση; Ξέρουμε ότι σε πολλές περιπτώσεις το όριο στην επέκταση του καθενός δεν το βάζουν μόνο φυσικά όρια όπως ο δρόμος, η θάλασσα, τα σπίτια, κλπ, αλλά και οι απαιτήσεις σε χώρο του διπλανού ομόλογου επιχειρηματία. Κάποιοι μπορεί να τυχαίνει να βρίσκονται πάνω ή δίπλα σε πλατείες, άλση, πάρκα, πεζόδρομους (ακόμα κι αν δεχτούμε την εκεί επέκτασή τους), η πλειοψηφία όμως βρίσκεται σε λεωφόρους, δρόμους και στενά. Πόσο λογικό είναι ένα τέτοιο μέτρο από μια σκοπιά εφικτότητας ή και «ίσης μεταχείρισης»; Ψάχνουμε άραγε να αποκαταστήσουμε μια εικόνα προ πανδημίας στην πανδημική μας εποχή; Κι αν ναι, είναι αυτό λογικό; Μπαίνουμε σε μια άγνωστη, μεταβατική εποχή στην οποία πρέπει να εφεύρουμε άλλους τρόπους, πιο «βιώσιμης» διαβίωσης και παραγωγής – κατανάλωσης. Πράγματα που και προ πανδημίας ήταν ούτως ή άλλως ζητούμενα. Στον ταλαιπωρημένο χώρο της πόλης, η επέκταση μοιάζει σαν «παλιά λύση» σε ένα εντελώς νέο πρόβλημα του οποίου δεν έχουμε συνειδητοποιήσει τις παραμέτρους ή τις διαστάσεις. Πόσο λογικό είναι να περιμένει ένας επιχειρηματίας της εστίασης ότι θα έχει ίδια ζήτηση με την περσινή είτε απ’ την εγχώρια αγορά, είτε από την τουριστική; Κι αν όντως δεν πρόκειται να την έχει, σε τι τον βοηθά να επεκτείνει την κατάληψη υπαίθριου δημόσιου χώρου; Κι αν δεν βοηθά αυτόν, σε τι βοηθά την κοινότητα το να εμπεδωθεί ένα μοντέλο εμποδίων για κάθε άλλη δραστηριότητα και χρήση της πόλης και ειδικά των κατοίκων της, παντού και μάλιστα χωρίς ανταποδοτικά τέλη για τον δήμο;

Η συνθήκη είναι πρωτόγνωρη, τα βήματα πρέπει να είναι σταδιακά και πολύ προσεκτικά. Δεν έχει κανένα νόημα η a priori παραχώρηση περαιτέρω δημόσιου χώρου, όχι πριν δοκιμαστεί (για τουλάχιστον ένα μήνα και βλέπουμε) η αντοχή των συγκεκριμένων κλάδων και της πραγματικής ζήτησης στο χώρο που είχαν πριν την πανδημία, μέχρι να ανοίξουν ολοκληρωμένα οι πόλεις και η χώρα. Δεν θα καταστήσει ούτε την πόλη ούτε κι αυτές καθαυτές τις επιχειρήσεις πιο βιώσιμες (το ίδιο ισχύει και για τους εργαζόμενους σ’ αυτές). Αν πρόκειται, «προσωρινά» και για λόγους υγεινομικούς να παραχωρηθεί στην εστίαση κι άλλος χώρος από τις πόλεις μας στο μέλλον, το βέβαιο είναι ότι δεν μπορεί να γίνει με τους σύνθετους, «επεκτατικούς» και «παντός καιρού» όρους που γίνεται μέχρι σήμερα. Θα πρέπει να παρακολουθεί κανείς τι γίνεται σε real time και εδώ και σε άλλες χώρες λιγότερο ή περισσότερο τολμηρές από εμάς (λαμβάνοντας υπόψη ασφαλώς τις διαφορετικές κλιματικές τους συνθήκες, τα διαφορετικά χαρακτηριστικά τους ως προς το μείγμα χρήσεων γης και τις διαφορετικές τουριστικές πιέσεις που δέχονται). Σημειωτέον, ότι στην Ελλάδα οι πόλεις μας χαρακτηρίζονται από πολυλειτουργικότητα, ποιότητα σπάνια που δεν πρέπει να χαθεί υπέρ της επικυριαρχίας χρήσεων που σχετίζονται με εστίαση και τουρισμό.

Αξίζει όμως, κλείνοντας, να επισημάνουμε κάτι άλλο. Πέρα από τα ΙΧ και τα τραπέζια που εξαφανίστηκαν, στη διάρκεια του «μένουμε σπίτι» συνέβη και κάτι άλλο. Το συλλογικό βίωμα της ελεγχόμενης «εξόδου» στο δημόσιο χώρο της πόλης μόνο για κατανάλωση των απολύτως αναγκαίων, την υποστήριξη οικείων προσώπων που χρειάζονται τη βοήθειά μας, αλλά και για την «δραπέτευση» από την συνθήκη του εγκλεισμού και την σωματική άσκηση μοιάζει να έχει αφήσει σε πολλούς και πολλές μεταξύ άλλων και μια αναπάντεχη προίκα ως προς τη σχέση τους με την πόλη: την επανοικειοποίηση του δημόσιου χώρου, την αναγνώριση της μορφής και των διαστάσεων της πόλης (που μετρήθηκαν ξαφνικά με τα πόδια και τα ποδήλατά μας), ακόμα και του αναγλύφου της, των ποιοτήτων κάθε ελάχιστου ή μεγαλύτερου ελεύθερου χώρου στην πόλη και, κυρίως, των ποιοτήτων του ελεύθερου χρόνου όταν αυτός ξεφεύγει υποχρεωτικά από τον πειθαναγκασμό συμμόρφωσής του σε τρέχοντα καταναλωτικά πρότυπα. Ξαφνικά, μέσα στην καραντίνα, εκτιμήθηκαν ως αξίες για τη νέα συνθήκη η ύπαρξη χώρων ευχάριστων και ελεύθερων από εμπόδια για περπάτημα, για ποδήλατο, για στάση, για συνάντηση, για άσκηση, και για παιχνίδι.

Στο σήμερα, δεδομένου ότι ακόμα ο κίνδυνος για την υγεία μας δεν πέρασε, ούτε κι η ανάγκη «προαυλισμού» και σωματικής άσκησης στο δημόσιο χώρο, δεδομένου ότι στις όποιες ομάδες σύχναζαν ήδη στα σκαλιά των σπιτιών και των εκκλησιών, στις πλατείες με δέντρα και χωρίς, εκεί όπου δεν υπήρχαν «πελάτες» θα προστεθούν αναγκαστικά πολλοί άνθρωποι από ανάγκη ή προτίμηση. Η αξίωση σ’ αυτού του είδους δωρεάν εκτόνωση, στο περπάτημα, στο σουλάτσο, στη συνάντηση με φίλους έξω, στην μπύρα απ’ το περίπτερο, στον καφέ στο χέρι, είναι βέβαιο ότι θα αυξηθεί. Μην ξεχνάμε επίσης ότι η πανδημία από τη μια εισάγει την ανάγκη της φυσικής αποστασιοποίησης στη δημόσια σφαίρα κι απ’ την άλλη την αξία της ενότητας του κοινωνικού προκειμένου για την αντιμετώπιση αυτού του συλλογικού κινδύνου. Η ασφάλεια όλων είναι προς το συμφέρον του καθενός και της καθεμιάς. Γι’ αυτό λοιπόν, ενόψει του επαναπροσδιορισμού ενός μέλλοντος στις πόλεις μας εντός και μετά την πανδημία, ενός μέλλοντος που να ενώνει την κοινότητα σε κάθε επίπεδο της πόλης (από την κάθε γειτονιά μέχρι το μητροπολιτικό κέντρο) και να υπόσχεται μια καλύτερη και «υγιέστερη» ζωή, νομίζω ότι η όποια πολιτική στη διαχείριση του χώρου σ’ αυτή τη φάση «επανέναρξης», θα πρέπει να λάβει πολύ σοβαρά υπόψη ιδιαίτερα αυτές τις καινούριες αξιώσεις του κοινωνικού. Η «μεγάλη παύση» απ’ αυτή την άποψη ήταν πραγματικά αποκαλυπτική.

Go to TOP