Πέμπτη βράδυ με τον Δημήτρη Μυστακίδη

Mε το ρεμπέτικο και το μεταναστευτικό σε πρώτο πλάνο

 

Ένας από τους πιο περιζήτητους κιθαρίστες της χώρας. Μεγάλος γνώστης της και μύστης του ρεμπέτικου, με ένα τεράστιο βιογραφικό στην πλάτη. Ο Δημήτρης Μυστακίδης απαγκιστρώνεται από τον ρόλο του session κιθαρίστα και φέρνει την εξάχορδη αγαπημένη του στην πρώτη γραμμή. Δεν αναβιώνει όμως απλά το ρεμπέτικο: To διδάσκει κιόλας, πάνω από μία δεκαετία στο ΤΕΙ Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής της Άρτας. Τον συναντήσαμε για μισή ώρα, λίγο πριν ανέβει στη σκηνή μαζί με τους Δημήτρη Παππά και Γιώργο Τσαλαμπούνη, αμφότερους κιθαρίστες, και την Ιφιγένεια Ιωάννου στη φωνή. Το σπουδαιότερο; Υπήρξαν όλοι μαθητές του!

Έχεις πολλές και σπουδαίες συνεργασίες σαν μουσικός πλάι σε καλλιτέχνες σαν τον Σαββόπουλο, τον Νίκο Παπάζογλου, τον Θανάση Παπακωνσταντίνου. Πώς είναι όμως αυτή η νέα αρχή;

Είναι πολύ πιο δύσκολο. Νιώθεις το βάρος στην πλάτη σου πολύ πιο έντονο απ’ ότι στα άλλα. Θα μου πεις, το άλλο ήταν και συνήθεια, το έκανα για πάρα πολλά χρόνια. Αυτή η κατάσταση είναι σχετικά καινούρια για μένα, αλλά ευτυχώς πάει καλά. Και τ’ αγαπάω αυτό που κάνω, ναι μεν υπάρχει άγχος και κούραση, αλλά ταυτόχρονα υπάρχει και ανταπόκριση, όποτε μια χαρά.

Ο κόσμος που έρχεται στη συναυλίες σου είναι όλων των ηλικιών, σωστά;

Από το «Εσπεράντο» και μετά έχει γίνει μια πολύ ωραία αλλαγή. Έρχονται οι παλιοί, αυτοί που αγαπάνε αγνά και πραγματικά το ρεμπέτικο. Κι έρχεται και πολύς νέος κόσμος που δεν άκουγε ρεμπέτικα. Αλλά είναι παιδιά που έχουν πολύ συνειδητή σχέση μ’ αυτή τα μουσική. Την αντιλαμβάνονται πραγματικά σαν μουσική. Έχει γίνει λοιπόν μια πολύ ωραία μίξη στο κοινό. Αυτό βέβαια αφορά κυρίως την Αθήνα που παίξαμε αρκετά και χτίστηκε όλο αυτό. Στην επαρχία είναι πιο δύσκολο γιατί παίζεις μια φορά το χρόνο. Φαντάζομαι όμως ότι με τον καιρό θα γίνει κι αυτό.

Είσαι μεγάλος δεξιοτέχνης σ’ αυτό που λέμε λαϊκή κιθάρα. Βασικά, εσύ τη σύστησες στο ευρύτερο κοινό

Κοίταξε, εγώ έπαιζα λαϊκή κιθάρα – τότε βέβαια δεν τη λέγαν έτσι – στα ρεμπέτικα, γιατί δεν την έπαιζε κανείς άλλος. Δηλαδή ήτανε στην ουσία μια σχέση φορεμένη, υποχρεωτική, επειδή μ’ άρεσε να παίζω σε ορχήστρες και το αποτέλεσμα που βγαίνει να ‘ναι ωραίο. Από πιτσιρικάς είχα την ευχέρεια να παίζω εύκολα όργανα. Έπαιζα ό,τι περίσσευε, και συνήθως περίσσευε η κιθάρα. Έπαιζα πολλά χρόνια έτσι, και όταν συνειδητοποίησα τί γίνεται ακριβώς από πίσω, τι ιστορία υπάρχει, τι τεχνική, τι τρόπος σκέψης, εκεί έκανε κλικ και ερωτεύτηκα. Έπαθα πλάκα με το όργανο. Είχε πράγματα που ανακάλυπτα, κι ακόμα ανακαλύπτω, που με κάνουνε να αγαπάω περισσότερο αυτό που κάνω.

Ποιος είναι ο πιο απλός τρόπος για να έρθει ένα νέο παιδί σε επαφή με αυτό το είδος κιθάρας και με αυτή την τεχνική;

Πρέπει καταρχήν να έχει ακούσματα. Για να ακούσεις αυτή τη μουσική πρέπει κάπως  στο περιβάλλον σου να έχεις έρθει σε επαφή μαζί της. Δεν είναι δυνατόν ένας νέος άνθρωπος να επιλέξει να ακούσει αυτή τη μουσική κατευθείαν. Και πρέπει να δει την ουσιαστική εκδοχή του ρεμπέτικου, και όχι την φολκλόρ. Και ευτυχώς υπάρχουν πολλές ουσιαστικές εκδοχές στα παιξίματα. Γιατί μέχρι τώρα έχει φορεθεί πολύ φολκλόρ σε αυτή τη μουσική. Άπαξ και έρθεις σε καλή επαφή με αυτή τη μουσική, δεν υπάρχει περίπτωση να μη θελήσεις να συνεχίσεις να την ακούς. Δε λέω να είναι η μόνη μουσική που ακούει, αλλά να είναι κι αυτή μία από τις μουσικές που ακούει.

Όμως το ρεμπέτικο, όπως και τα μπλουζ, αποτελούν πλέον νεκρές μουσικές

Δε θα έλεγα πως είναι νεκρές. Απλά έχει τελειώσει το στάδιο της δημιουργίας τους. Δεν δημιουργούνται πλέον ρεμπέτικα, ούτε μπλουζ. Όμως το να επανεκτελέσεις αυτές τις μουσικές, να τις φρεσκάρεις και να τις βοηθήσεις να πάνε παραπέρα – δηλαδή να συνεχίσουν να υπάρχουν σε όλες τους τις εκδοχές – όταν κάποιος ακούει μια σύγχρονη εκδοχή σίγουρα θα αναζητήσει και την παλιότερη. Αυτό κάνεις.

Η αναβίωση αυτή δεν είναι επικίνδυνη; Δε θυμάσαι τί είχε γίνει με το electro-swing;

Που είναι όμως τώρα; Η μουσική δεν έχει ανάγκη απ’ αυτά τα πράγματα. Η μουσική έτσι κι αλλιώς από μόνη της κρατά αυτό που αξίζει, όπως και ο κόσμος. Μπορεί να έχουμε φάει πολλή μουσική σκατίλα από τη δεκαετία του ’80 και μετά, αλλά πια το κριτήριο άρχισε και λειτουργεί, και η οικονομική κρίση έχει βοηθήσει σ’ αυτό. Τις πραγματικές αξίες ο κόσμος τις ψάχνει, κι όταν τις βρει δεν τις αφήνει.

16 ρεμπέτικα, Αψιλίες, Εσπεράντο: Τρεις κιθαριστικοί δίσκοι, καθένας με το δικό του ειδικό βάρος. Στον τελευταίο μάλιστα συνεργάζεσαι με τους κορυφαίους ερμηνευτές της χώρας

Αυτό ήταν μεγάλη τιμή. Ο συγκεκριμένος δίσκος είχε συγκεκριμένο στόχο, όπως και όλοι οι δίσκοι που κάνω. Στο δίσκο που ετοιμάζω τώρα, παίζω και  τραγουδάω μόνο εγώ. Είναι το εντελώς αντίθετο από το Εσπεράντο. Αλλά ακόμα κι αυτό έχει ένα συγκεκριμένο concept από πίσω. Όλο αυτό το μεταναστευτικό που ζούμε, το αντιστοίχησα μ’ αυτό που ζήσανε οι δικοί μας πηγαίνοντας στην Αμερική, αλλά ακόμα και σήμερα οι δικοί μας άνθρωποι που βγαίνουνε προς τα έξω. Είναι βέβαια και το τεχνικό κομμάτι που ήθελα να καλύψω, αυτή της «τσιμπητής» κιθάρας που είναι μια πολύ ιδιαίτερη τεχνική, αλλά ήθελα να κάνω κι εγώ το σχόλιό μου σ’ αυτό που ζούμε σήμερα.

Αυτή την περίοδο εμφανίζεσαι στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο και σποραδικά, στην επαρχία. Τί μέλλει γεννέσθαι για την άνοιξη;

Έχουμε μερικές εμφανίσεις ακόμα στην επαρχία κι αργότερα στην Κύπρο. Μετά θα πάω σε  μια έκθεση world μουσικής στη Μασσαλία. Ο δίσκος που ετοιμάζω βρίσκεται στο στάδιο της μίξης. Θα περιλαμβάνει κομμάτια που έχουν γραφτεί στην Αμερική από Έλληνες μετανάστες. Προσπάθησα να βρω και να βάλω κομμάτια που έχουν να κάνουν με όλη την διαδικασία και όλα αυτά που πέρασαν. Το φευγιό από δω, το ταξίδι, την προσπάθεια που κάναν για να επιβιώσουν εκεί, τον κοινωνικό αποκλεισμό και το ρατσισμό. Όταν ξεκίνησα να διαβάζω τη λαογραφία συγκλονίστηκα με το πόσο ίδια είναι η ιστορία μ’ αυτό που συμβαίνει τώρα. Και λες, «δε φτάνει που έχουμε τραβήξει ότι έχουμε τραβήξει σαν Έλληνες, συνεχίζουμε να κάνουμε ακριβώς τα ίδια στους άλλους». Είναι τουλάχιστον υποκρισία.

Το μεταναστευτικό που ανέφερες πριν αποτελεί φλέγον ζήτημα. Η δική σου τοποθέτηση ποια είναι;

Τίποτα περισσότερο απ’ το να μείνουμε άνθρωποι σε όλα τα επίπεδα. Δε μπορεί η οικονομική κρίση να μας κάνει να συμπεριφερόμαστε σα ζώα.

Go to TOP