post image

Ο Φοίβος Δεληβοριάς και η «Καλλιθέα» του

Ζωγραφίζοντας ένα Φ και μια καρδιά στο Πεζοδρόμιο

 

Είχαν περάσει μόλις λίγες μέρες από την κυκλοφορία της «Καλλιθέας», της νέας, έβδομης δισκογραφικής δουλειάς του Φοίβου Δεληβοριά. Με αφορμή τη νέα του δουλειά, συναντήσαμε τον αγαπημένο μας τραγουδοποιοιό ένα κρύο βράδυ του Δεκέμβρη στα Τρίκαλα, λίγο πριν από μια συναυλία του. Μαζεμένοι αλλά και άνετοι, συζητήσαμε για τη μουσική, τον κινηματογράφο, τη ζωή στη μεγαλούπολη, καθώς και το μέλλον του ως δημιουργός.

Ας ξεκινήσουμε από τον νέο σου δίσκο, την «Καλλιθέα». Μετέτρεψες το πατρικό σου σε studio, ενώ τα κομμάτια του αποτελούν έναν ύμνο στην ομορφιά του εφήμερου, αλλά και των αναμνήσεων της παιδικής ηλικίας.

 Όλα ξεκίνησαν κάπως εμμονικά, στις αρχές του ’13. Έβλεπα στον ύπνο μου ότι στο πατρικό μου υπάρχει ένα δωμάτιο που δεν το ήξερα και ‘κει υπήρχαν άπειρα τεύχη παλιών περιοδικών τα οποία διάβαζα και ένιωθα ευτυχισμένος, ή ότι στο διπλανό οικοδομικό τετράγωνο υπάρχει ένα μέρος στο οποίο ζουν διάφοροι τύποι που είναι όλοι ξένοι, αλλά καταλαβαίνω τη γλώσσα τους, στην ουσία είμαι ένας απ’ αυτούς και κάνουμε πάρτι το μεσημέρι. Αποφάσισα λοιπόν να επιστρέψω στην Καλλιθέα, την παλιά μου γειτονιά. Την είδα πάρα πολύ αλλαγμένη, καθημαγμένη. Μπαίνοντας όμως στο πατρικό μου, ένιωσα μία πρωτόγνωρη χαρά όταν είδα το παλιό δωματιάκι με την κιθάρα και τα βιβλία μου. Έτσι ξεκίνησα να γράφω το δίσκο, και πολύ γρήγορα γεννήθηκε το «Ερημιά στην Καλλιθέα», το πρώτο τραγούδι του. Αυτό ήταν που μου έδειξε το δρόμο.

Πλέον συνθέτεις με χαρακτηριστική άνεση τις εικόνες της καθημερινότητας, ενώ το αυτοπεριγραφικό στοιχείο γιγαντώνεται. Νοσταλγείς το παρελθόν;

Δεν είναι ακριβώς νοσταλγία, αλλά κάτι σαν αυτοψυχανάλυση. Δηλαδή πας στο γιατρό και αρχίζεις και του λες για τις παιδικές σου εμμονές. Και ξαφνικά, επειδή του λες αυτό, βρίσκεις κάτι που στο παρόν σου είναι εμπόδιο ή και το λύνεις, ας πούμε. Εμένα μ’ ενδιέφερε το μπροστά, το οποίο μπροστά μου φαινόταν όπως σε όλους μας να έχει ένα μεγάλο τείχος, αισθανόμουν αυτόν τον εγκλωβισμό όλα αυτά τα πέντε χρόνια. Που θα πάμε, τι θα γίνει, πως είναι ο κόσμος που έρχεται, τι συμβαίνει, τι χρειάζεται να γίνει. Απ’ αυτήν την ασφυξία με λύτρωσε το παρελθόν, αλλά με έναν τρόπο όχι νοσταλγικό, το ξαναλέω, γιατί η νοσταλγία είναι εξωραϊσμός των πραγμάτων. Γιατί το «όλα ήταν τέλεια» δεν υπάρχει.

Πραγματεύεσαι όμως και τη ρήξη

Ναι, με μια διάθεση να πω σε μερικά πράγματα αντίο για πάντα. Αυτό θα ‘λεγα ότι συμβαίνει. Άρα, είναι η μνήμη, η οποία μνήμη θυμάται και το ξέφωτο, όμως δεν ξεχνά και το μέρος όπου σου επιτέθηκαν οι ληστές το βράδυ. Η νοσταλγία σε στέλνει πάλι εκεί, και η μνήμη δε σου το επιτρέπει.

Είσαι παιδί της πόλης και έχεις την τάση να υμνείς την ομορφιά της στα τραγούδια σου: Αγαπάς την Αθήνα όσο φανταζόμαστε;

Την αγαπώ πολύ, πραγματικά.

Και την εξιδανικεύεις: «Σαλιγκάρια στη Σταδίου και τριφύλλια στη Σίνα» αλλά και «η Καλλιθέα ανθίζει απ’ τη Θησέως ως τη Συγγρού».

Οι πόλεις μου αρέσουν γιατί δεν ακολουθούν τον φυσικό κύκλο των πραγμάτων. Το φυσικό τοπίο έχει αυτό το μεγαλείο. Ότι ζει κάθε χρόνο τις τέσσερις εποχές του και η ποίηση, οι θρησκείες, όλα αυτά τα πράγματα βασίστηκαν πάνω του. Δηλαδή στην ανάσταση, στο θάνατο, σ’ όλο αυτό το πράγμα. Στην πόλη αυτή η διαδικασία παράγεται καθαρά μέσα απ’ τους ανθρώπους. Δηλαδή οι άνθρωποι είναι απόλυτα υπεύθυνοι για την παρακμή μιας πόλης, οι ίδιοι είναι υπεύθυνοι και για τη ζωτικότητα και την ακμή της.

Και αυτό μ’ αρέσει, δηλαδή ότι ξέρεις αυτό το σπίτι που είναι η πόλη, και ξέρεις ότι φτιάχτηκε από τους ανθρώπους. Αυτούς που είναι υπεύθυνοι για την ασχήμια του ή για την ομορφιά του, κι αυτό συνιστά μια πνευματική ελευθερία. Υπάρχει όμως και η ανωνυμία της πόλης, ο τρόπος σου να κινηθείς εκεί μέσα, να βρεις τους δικούς σου ανθρώπους, να βρεις τους εχθρούς σου κι αυτό δεν είναι προκαθορισμένο από ένα φυσικό κύκλο. Είναι κάτι το οποίο το καθορίζει πολύ ο άνθρωπος. Αυτό με μαγεύει στις μεγαλουπόλεις.

Επίσης η γυναίκα αποτελεί σημείο αναφοράς στο έργο σου. Απ’ την «Τριτοδεσμίτισσα» στην αρχή και «Το Κορίτσι με τα Σκισμένα Πέπλα», τη «Γυναίκα του Πατώκου», την «Εκείνη».

Μεγάλωσα σε ένα γυναικόσπιτο. Έχω δύο αδερφές, ήμασταν μόνο εγώ και ο πατέρας μου άντρες στο σπίτι αυτό. Πέρναγαν θείες, γιαγιάδες, ξαδέρφες και γι’ αυτό αισθανόμουν ότι αισθάνομαι και σήμερα: Μεγαλύτερη άνεση στην επικοινωνία με τα κορίτσια, παρά με τα αγόρια. Ήμουν λοιπόν διαφορετικός, μέσα σε ένα κόσμο κοριτσιών, και αισθανόμουν μεγάλη απόλαυση να τις ανακαλύπτω και καταλαβαίνω τον κόσμο τους, που είχε τελείως άλλους κώδικες. Με ενθουσίαζε αυτό το πράγμα, όπως και η σχέση τους με τα μικροπράγματα. Από την άλλη, όταν γράφω για μια γυναίκα ή απευθύνομαι σε μια γυναίκα με ένα τραγούδι, αισθάνομαι ότι απευθύνομαι σε κάποιον που είναι διαφορετικός, οπότε αυτό με εμπνέει πιο πολύ απ’ το να απευθυνθώ σε έναν κολλητό μου.

Ας γυρίσουμε και πάλι στην παιδική σου ηλικία, και συγκεκριμένα στην «Παρέλαση», τον πρώτο σου δίσκο. Ήταν ευχή ή κατάρα το ότι κυκλοφόρησε με την ευλογία του Μάνου Χατζηδάκι;

Εκ των υστέρων, ευχή. Εκείνη τη στιγμή λειτούργησε και ως κατάρα, δηλαδή με την έννοια ότι βγήκε ένας δίσκος για τον οποίο ήμουν ανέτοιμος, δεν θεωρώ ότι είχα την ωριμότητα ούτε να κάνω ένα δίσκο, ούτε να αντιμετωπίσω ένα κοινό, ούτε οτιδήποτε. Εκείνη τη στιγμή είχε προβληθεί αρκετά αυτό το γεγονός. Ένα παιδί δεκάξι χρονών που βγαίνει απ’ το Σείριο και τα λοιπά, αλλά εγώ δεν ήμουνα έτοιμος να αντιμετωπίσω κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό και θεωρώ την πρώτη μου συνειδητή δουλειά, το «Η Ζωή Μόνο Έτσι Είναι Ωραία». Αυτό ήταν κάτι το οποίο χτίστηκε ακριβώς με τα δικά μου «υλικά» και μπορούσα να το υπερασπιστώ, είτε αν αποτύγχανε, είτε αν επιτύγχανε να βρει το ακροατήριό του. Ως κάτι το δικό μου, με τη δική μου ομορφιά ή τα δικά μου λάθη.

post image

Ας πάμε από τον κινηματογραφικό Μάνο Χατζηδάκι στον σύγχρονο κινηματογράφο. Πρόσφατα μας επανασυστήθηκες και μέσω του σινεμά, γράφοντας μουσική για την ταινία «Εφτά Θυμοί».

Ναι, για μια ταινία, η οποία δεν έχει βρει ακόμα και τη διανομή της. Και δεν έγραψα μάλιστα τραγούδια. Έγραψα ορχηστρικά για τρίο. Για βιολί, τσέλο και πιάνο.

Πόσο διαφορετική είναι αυτή η σύνθεση;

Είναι άλλο πράγμα. Το θέατρο και το σινεμά απαιτούν απ’ το μουσικό απόλυτη ταπεινότητα απέναντι σε μια άλλη φόρμα. Είναι άλλος ο δημιουργός δηλαδή. Ο δημιουργός είναι ο σκηνοθέτης. Αυτός είναι που έχει πρωταρχική βιωματική αγωνία και υπαρξιακή να κινήσει ένα μηχανισμό για να γίνει πραγματικότητα το όραμά του, το έργο του. Εγώ, λοιπόν, είμαι ένα κομμάτι ενός μηχανισμού, δηλαδή προσπαθώ να τον ψυχανεμιστώ, να τον καταλάβω εκατό τοις εκατό, να βρω τις εμμονές του, να βρω αυτά που ακούει και φυσικά να το υπηρετήσω σωστά. Και έπειτα απ’ αυτά, σε δεύτερο επίπεδο, να εκφραστώ και μέσα απ’ αυτό. Νομίζω ότι, μάλλον νιώθω πάρα πολύ μεγάλη στενοχώρια που αποφάσισα να το πρωτοκάνω αυτό και στο θέατρο και στο σινεμά στα σαράντα μου. Αν ήξερα πως γίνεται, θα το ‘κανα συνέχεια. Είναι κάτι το οποίο μου δίνει πάρα πολύ μεγάλη χαρά και με ξεκουράζει κιόλας. Ακριβώς επειδή η αγωνία ξεκινάει από κάποιον άλλον και όχι από ‘μένα.

Tα τραγούδια σου έχουν πολλές αναφορές και στον κινηματογράφο.

Η εποχή πριν τα 20 σου, είναι μια εποχή που δεν ελέγχεις εσύ το χρόνο. Ζεις σ’ ένα χωροχρόνο που τον ελέγχουν οι άλλοι, οι μεγαλύτεροί σου. Αυτοί κάνουν έργα, αυτοί ζουν τη ζωή, αυτοί κάνουν έρωτα και συ είσαι ένα παιδάκι που αυτά τα αποκρυπτογραφεί και τα θαυμάζει. Ο Σαββόπουλος το λέει πολύ ωραία: «Τα χρόνια που εξαγόρασε για πάντα, η φαντασία του τα λέει παιδικά». Είτε λοιπόν μιλάμε για τις ταινίες και τα περιπτεράκια του ’80, είτε για τον Περάκη και τον Νικολαΐδη, όλα αυτά ανήκουν σε ένα χρόνο τον οποίο έχω εξαγοράσει για πάντα.

Ας επιστρέψουμε στο σήμερα: Μυρίστηκες τη «φούσκα», καθώς και το τέλος της εποχής του glamour

Θα μπορούσα να πω ναι, γιατί έβλεπα πως αυτό που κάποιοι ονόμαζαν εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας, δε γινόταν με απολύτως σωστούς όρους. Μάλλον το ότι όσα εξαφανίζονται και χάνονται, είναι πολύτιμα για μας. Έχω γράψει και κομμάτια εναντίον της φούσκας. «Θέλω να κλάψω μα είμαι γελαστός / είμαι ο Έλληνας πρωθυπουργός», είτε είναι οι «Λέξεις», που γράφτηκαν μέσα στη φούσκα.

Δεν ανήκω δηλαδή σ’ αυτούς που όταν έσκασε η φούσκα και ήρθε η κρίση, ύψωσαν ξαφνικά τη γροθιά. Ακόμα και τώρα, αν θελήσω να μιλήσω για την κρίση, δε με ενδιαφέρει να φτιάξω ένα μανιφέστο εμπορίου ελπίδας. Το αντίθετο: Mε ενδιαφέρει η βουτιά στο υπαρξιακό μας, γιατί αυτό είναι που βάλλεται πραγματικά. Και να διαλέξω το προάστιο, τη μεσαία τάξη, που βάλλεται εξίσου.

Πάντως η μεσαία τάξη, που δοκιμάζεται συνεχώς, φαίνεται ακόμα πως, έστω και ασθενικά, αντιστέκεται και αντέχει.

Αντέχει γιατί είναι ο φύλακας της πόλης, όπως έλεγε ο Ευριπίδης. Μέσα στην «Καλλιθέα», έχω βάλει ως μότο στο εσώφυλλο τρείς στίχους του από τις Ικέτιδες, που λένε ακριβώς αυτό. Νιώθω πως είναι η πιο ανιδιοτελής τάξη. Δεν είναι ιδιαίτερα συμφεροντολόγα, γιατί δεν έχει πολλά να χάσει, ούτε όμως ζει μόνο για να «κολλήσει» σε κάποιον για να εισπράξει το μεροκάματο. Θέλει να δημιουργήσει κάτι με τους δικούς της όρους, κι έχει αγωνία γι’ αυτό. Κι αντέχει γιατί έχει δημιουργική πνοή.

Tέλος, πώς φαντάζεσαι τον διάδοχο της «Καλλιθέας»;

Δεν έχω ιδέα! Δεν ξέρω ποια εμμονή θα κυριαρχήσει αυτή τη φορά. Θα το ξέρω όμως όταν γράψω το πρώτο τραγούδι. Το τραγούδι δηλαδή που με οδηγεί, από τον «Αόρατο Άνθρωπο» και μετά, στο να εξερευνήσω ένα τοπίο ή μια εσωτερική κατάσταση. Και χαίρομαι που δεν ανήκω σε αυτούς που ξέρουν πώς θα ακούγεται η επόμενη δουλειά τους.

 

Go to TOP