Ο Δημήτρης Νταφόπουλος πίνει… 3 Cents

H παρέα που έφερε τα πάνω-κάτω στον πάγκο του bartender

 

H ιστορία πάει αρκετά χρόνια πίσω, και μέσα στους πρωταγωνιστές της βρίσκονται δύο νέοι από την Καρδίτσα. Σε μια εποχή που η καινοτομία κάνει αισθητή την παρουσία της σε όλους τους τομείς, τέσσερις άνθρωποι κυκλοφόρησαν μία γκάμα προϊόντων που απευθύνεται στους πιο «ανήσυχους» bartenders. O Βασίλης Καλαντζής, ο Δημήτρης Νταφόπουλος, ο Γιώργος Μπάγκος και ο Γιώργος Τσιρίκος αποτελούν τους ιδρυτές της Three Cents. Τα αναψυκτικά τους πλέον κοσμούν κάθε μπαρ με ιδιαίτερη αισθητική.

Την τελευταία Τετάρτη του Ιουνίου συναντήσαμε έναν από αυτούς. Ο Δημήτρης Νταφόπουλος μας εξιστόρησε το παρελθόν τους, έλυσε όλες μας τις απορίες και δε δίστασε να μιλήσει για ένα πιο ευοίωνο μέλλον. Στην υγεία μας!

Το ξεκίνημα

Η ιστορία πάει αρκετά πίσω, και ο τρόπος που γνωριστήκαμε αποτελεί μία ευτυχή συγκυρία. Όλα ξεκίνησαν από τη γνωριμία μου με τον Βασίλη Καλαντζή. Ο Βασίλης είχε σπουδάσει στο Deree, Marketing & Management αλλά τον κέρδισε ο χώρος της εστίασης, καθώς ήταν ιδιοκτήτης καφέ/ μπαρ και εστιατορίων επί 20 χρόνια. Το 2008, ίδρυει την εταιρεία Granikal που ασχολείεται με την εισαγωγή αναλώσιμων υλικών και αλκοόλ, με στόχο την συνεχώς αναπτυσσόμενη αγορά των cocktails.

Η εμπλοκή του Δημήτρη

To 2013, με προσέλαβε ως brand ambassador, σύμβουλο στην Granikal, πράγμα που μου έδωσε την ευκαιρία να εξασκήσω το αντικείμενο των σπουδών μου, Marketing και Επικοινωνία ΑΣΟΕΕ, ενώ παράλληλα εργαζόμουν σε γνωστά μπαρ στο κέντρο της Αθήνας. Η πρώτη μου εισήγηση προς τον Βασίλη ήταν να πλησιάσουμε τον Γιώργο Μπάγκο, με τον οποίο με συνδέει χρόνια φιλία αλλά και η κοινή μας καταγωγή από την Καρδίτσα.

Η συμπλήρωση του «καρέ»

Ο Γιώργος έχει σπουδάσει Διοίκηση Επιχειρήσεων στο ΤΕΙ Αθηνών και αποτελεί μία ηγετική φιγούρα στην ελληνική βιομηχανία του bartending, καθώς μετρά πέρα από 12 χρόνια εμπειρίας σε διάσημα μπαρ, αρκετές νίκες και πρωτιές σε ελληνικούς και παγκόσμιους διαγωνισμούς. Όταν εισχώρησε στην ομάδα, έφερε με τη σειρά του τον Γιώργο Τσιρίκο,  ο οποίος μόλις έχει επιστρέψει από το Λονδίνο, όπου εργαζόταν στο Purl, ένα μπαρ-σταθμό που δημιούργησε πολλές νέες τάσεις στα cocktails παγκοσμίως. Εκεί, θήτευσε δίπλα στους πιο επιδραστικούς ανθρώπους της βιομηχανίας του fine drinking. Ο Γιώργος είναι το «παιδί – θαύμα» των cocktails, καθώς σε πολύ μικρή ηλικία και με μικρή ενασχόληση, είχε κατακτήσει πρωτιές σε μεγάλους διαγωνισμούς όπως το Skinos MCC, το Disaronno Mixing Star αλλα και το Angostura Cocktail Challenge.

Η απόφαση

Καθίσαμε λοιπόν όλοι μαζί σε ένα τραπέζι και μέσα σε λιγότερο από 6 μήνες είχαμε δημιουργήσει ένα νέο προϊόν. Ήμασταν νέοι, αρκετά έμπειροι, το background των σπουδών μας και ο συνδυασμός των χαρακτήρων ήταν ιδανικός, μα πάνω απ’ όλα ήμασταν αυτάρκεις!

Η σειρά των ανθρακούχων που έλειπε από τον πάγκο του bartender

Εκείνη την περίοδο εγώ κι ο Γιώργος μάλιστα δουλεύαμε στο ίδιο tequila bar της Αθήνας, το Dos Agaves, και έπειτα από ταξίδια που κάναμε στο Μεξικό, διαπιστώσαμε ότι το να παραγγείλεις εκεί μαργαρίτα, σε καθιστά τουρίστα με ταμπέλα, μιας και πρόκειται για αμερικάνικο ποτό! Το «εθνικό κοκτέιλ» του Μεξικό είναι η Paloma, η οποία αποτελείται από 3 μέχρι 4 υλικά: Τεκίλα, γκρέιπφρουτ σόδα, αλάτι και λάιμ. Φτιάχνεται μέσα στο ποτήρι, είναι γρήγορο, γευστικό και απλό.

Στο Μεξικό λοιπόν υπάρχουν 20 διαφορετικά brands από τη συγκεκριμένη σόδα, τα οποία μάλιστα είναι πολύ γλυκά στη γεύση. (Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Μεξικανοί αποτελούν τον πιο παχύσαρκο λαό του κόσμου). Η σόδα αυτή λοιπόν είναι συνθετική, και, στην καλύτερη περίπτωση, σερβιρίζονταν από μπουκάλια του 1,5 λίτρου. Ένα χάλι δηλαδή στην κυριολεξία.

Το Παρίσι και η έκθεση

Εκείνη την εποχή λοιπόν, ο Γιώργος, ο Βασίλης κι εγώ, κάναμε ένα ταξίδι στο Παρίσι για μία διεθνή έκθεση, τη Sial. Υπήρχαν κάποια brands που έβρισκες στην Ευρώπη, αλλά πάλι δε μας ικανοποιούσε η γεύση τους.  Έτσι, αρχίσαμε να φτιάχνουμε τη δική μας Pink Grapefruit Soda, και το ταξίδι μας στο Παρίσι επιβεβαίωσε αυτή την ανάγκη. Επισκεφθήκαμε ένα απ’ τα δέκα καλύτερα μπαρ του κόσμου, το ξακουστό Candelaria και μάλιστα διαπιστώσαμε πως ούτε αυτοί έφτιαχναν την Paloma, γιατί δεν τους άρεσαν οι σόδες που υπήρχαν.

Το κενό που υπήρχε

Το ίδιο πράγμα συνέβη και με άλλα αναψυκτικά, όπως το τόνικ και η ginger beer, που εκείνη την εποχή στην Ελλάδα δε μπορούσες να βρεις καλά αντίστοιχα προϊόντα, είτε ήταν πολύ ακριβά. Κάπως έτσι αρχίσαμε να τα φτιάχνουμε όλα στο χέρι. Είδαμε ανταπόκριση από τον κόσμο και από τους συναδέλφους μας bartenders, και έπειτα είπαμε να δοκιμάσουμε να μεταφέρουμε την ιδέα και τον τρόπο που τα φτιάχναμε σε ένα εργοστάσιο, για να δούμε αν μπορούμε να μεγαλώσουμε την κλίμακα παραγωγής τους.

Η γκάμα των προϊόντων της 3 Cents

Τη στιγμή που μιλάμε, το εύρος των αναψυκτικών που φτιάχνουμε έχει φτάσει τις 10 γεύσεις.Το απλό ανθρακούχο νερό (Two Cents Plain), Pink Grapefruit Soda, Ginger Beer, Tonic Water, Lemon Tonic, το Aegean Tonic, που είναι αρωματισμένο με αγγούρι, βασιλικό και δυόσμο. Υπάρχει επίσης η Gentlemen’s Soda, με το ιδιαίτερο άρωμα μανταρινιού και περγαμόντο. Όσο για τα τελευταία προϊόντα που κυκλοφόρησαν, η Sparkling Lemonade αποτελεί τη δική μας εκδοχή της σπιτικής λεμονάδας, με το Dry Tonic και την Cherry Soda να ανοίγουν νέους ορίζοντες στη γεύση.

To όλο concept

Ξεκίνησε ως ανάγκη για κάτι καλύτερο, πιο εξελιγμένο και πιο «τίμιο». Από τη μία πλευρά, σαν bartenders δουλεύαμε όλα αυτά τα προϊόντα που πλέον θεωρούμε ανταγωνιστικά. Ξέραμε τα μειονεκτήματα και τα πλεονεκτήματά τους και ξέραμε ακριβώς αυτό που θέλαμε σαν επαγγελματίες του χώρου. Γνωρίζαμε ποιες γεύσεις είναι δημοφιλείς και ποια στοιχεία είναι αυτά που θα κάνουν ένα αναψυκτικό ξεχωριστό. Κρατήσαμε λοιπόν τα καλά στοιχεία τους, και βάλαμε τη δική μας πινελιά με καταπληκτικές, ελληνικές πρώτες ύλες.

Από την άλλη πλευρά, σαν καταναλωτές και οι ίδιοι, θέλαμε να παρουσιάσουμε έναν καινούριο τρόπο να φτιάχνει κανείς αναψυκτικά. Μόνο με φυσικά συστατικά, χωρίς συντηρητικά, χωρίς τεχνητά χρώματα κι αρώματα, χωρίς διπλοπαστεριωμένους, συμπυκνωμένους χυμούς: Έτσι ακριβώς όπως τα φτιάχναμε και στο μπαρ που δουλεύαμε. Πρόκειται δηλαδή για μία διαφορετική προσέγγιση, που αντιπροσωπεύει κατά κάποιο τρόπο ένα αναψυκτικό τόσο φρέσκο και αγνό, σα να το έχει φτιάξει κάποιος με τα χέρια του.

Μήπως όμως τα cocktails είναι μία μόδα που ήρθε και θα φύγει;

Πιστεύω πως τα cocktails δεν είναι μόδα αλλά κουλτούρα, και τώρα αρχίζει να διαμορφώνεται στην Ελλάδα. Είναι κάτι το οποίο θα αλλάζει και θα εξελίσσεται χρόνο με τον χρόνο, και σίγουρα μέσα από αυτή τη διαδικασία της εξέλιξης των μπαρ θα συνεχίσει να υφίσταται. Οι επαγγελματίες του χώρου εξειδικεύονται συνεχώς, οι καταναλωτές ευαισθητοποιούνται σχετικά μ’ αυτό και σίγουρα το cocktail θα συνεχίσει να υφίσταται. Ίσως ακόμα και με διαφορετική μορφή, λίγο περισσότερο βασισμένη στα ελληνικά δεδομένα.

Πώς αυτοπροσδιορίζονται επαγγελματικά

Και οι 4 μας έχουμε υπηρετήσει την εστίαση από διάφορες θέσεις. Πλέον όμως, είμαστε συνιδρυτές και συνιδιοκτήτες της εταιρείας Three Cents Artisanal Beverages. Mετά από σχεδόν 2,5 χρόνια λειτουργίας, εξάγουμε τα προϊόντα μας σε 23 χώρες και ελπίζουμε μέχρι το τέλος του ’17 ο αριθμός τους να φτάσει τις 30.

Υπάρχει ταβάνι σε αυτό που κάνετε;

Δε θα έλεγα πως υπάρχει, αλλά όπως όλα τα προϊόντα, έτσι και τα αναψυκτικά μας έχουν έναν συγκεκριμένο κύκλο ζωής. Επιθυμία μας είναι να καθιερωθούμε και να περάσουμε στη συνείδηση των επαγγελματιών και των καταναλωτών ως ένα brand παραγωγής ελληνικών προϊόντων υψηλής ποιότητας.

Σχέδια για το μέλλον

Eίναι πολύ νωρίς για να απαντήσουμε σε κάτι τέτοιο. Υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα που πρέπει να γίνουν ακόμα στη χώρα μας. Από την άλλη, μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αγορές της Ασίας και των ΗΠΑ, λόγω της κουλτούρας τους που περιέχει το αναψυκτικό, αλλά και της αγοραστικής δύναμης.

Τί θα συμβουλεύατε έναν νέο που θέλει να ασχοληθεί με το επιχειρείν;

Για να ασχοληθεί κανείς με το επιχειρείν στην Ελλάδα χρειάζεται όραμα, μεγάλη αγάπη για το αντικείμενό του και μπόλικη άγνοια κινδύνου!

Εικόνες καλοκαιριού

Οικογενειακά τραπέζια, βόλτες με φίλους και επιτέλους, λίγο ελεύθερο χρόνο χωρίς συνεχόμενα ταξίδια.

Ο ιδανικός καλοκαιρινός προορισμός

Δύσκολη απάντηση. Έχουμε την τύχη να ζούμε σε μια απ’ τις πιο όμορφες χώρες του κόσμου. Τρέφω μεγάλη αδυναμία στην Τζια, τη Σέριφο και την Πάρο, αλλά και στα νησιά του Ιονίου Πελάγους.

Go to TOP
Άνοιγμα