«Να σου πω το φλιτζάνι;»

Όταν ο καφές δε σε αναζωογονεί απλώς, αλλά προβλέπει (;) και το μέλλον

 

Είναι ουσιαστικό γένους αρσενικού, ένα καρπός με καταγωγή από την Αφρική και συγκεκριμένα από την Αιθιοπία. Αν και υπάρχει από πολύ πιο παλιά, κουβαλά στην πλάτη του μια ιστορία τουλάχιστον 500 χρόνων από τη στιγμή που χρησιμοποιήθηκε σαν ρόφημα με σκοπό την τόνωση του οργανισμού μας. Πρόκειται για τον καφέ, ο οποίος βρίσκεται πραγματικά σε κάθε μας βήμα και είναι η πιο εύκολη και άμεση λύση για ένα “boost-up”. Πόσο μάλλον σε μια περιοχή όπως η Θεσσαλία, που η μεγαλύτερή της πόλη κατέχει το ρεκόρ με τις περισσότερες καφετέριες αναλογικά με τον πληθυσμό της. Τι γίνεται όμως όταν το φλιτζάνι… ψαχουλεύει όσα πρόκειται να συμβούν;

O καφές ήταν ανέκαθεν ο πιο απολαυστικός τρόπος για να «διαβάσεις» τα μελλούμενα, αρκεί ο διπλανός σου να ήξερε να τα «μεταφράζει». Εντελώς προβλέψιμα λοιπόν, από το τέλος του Μεσαίωνα που οι κόκκοι του μετακόμισαν από την Αφρική στην Ασία, η καφεμαντεία πήρε τα πάνω της και τα νομαδικά φύλα άρχισαν να εμπιστεύονται τη γιαγιά που από το μπρίκι μέχρι το φλιτζάνι, είχε μια ή περισσότερες ιστορίες να διηγηθεί. Το ίδιο ακριβώς συνέβαινε και στην κοσμοπολίτικη Κωνσταντινούπολη του 1750.

Ακόμα και σήμερα, λίγο πιο σιωπηλά, οι άνθρωποι ανατρέχουν στο ποτηράκι του καφέ για να ξεκλειδώσουν τις μικρές ή μεγάλες αλήθειες τους. Αν θέλεις να μπεις με χιουμοριστικό τρόπο στο «ψητό», πρέπει καταρχήν να δεις την «Καφετζού», μία ξεχωριστή κατά τη γνώμη μας ταινία με ερμηνείες ζεστές και σενάριο που δένει αρμονικά με την ιστορία. Η Γεωργία Βασιλειάδου, ο Βασίλης Αυλωνίτης και ο Μίμης Φωτόπουλος μπλέκουν τα μπούτια τους σε ένα σύμπαν γεμάτο ερωτηματικά, συμπτώσεις και δολοπλοκίες της κυρά-Καλλιόπης. Στην ουσία, ένα δαχτυλίδι είναι που φταίει για όλα!

Κοινό χαρακτηριστικό της καφεμαντείας με τα άλλα είδη μαντείας, είναι πως το άτομο που την εξασκεί πρέπει να κατέχει αυτό που λέμε διαίσθηση, αλλά να είναι και επικοινωνιακό. Με λίγα λόγια, άλλο να «το έχεις» κι άλλο να μπορείς να το μεταδόσεις. Όμως τώρα αρχίζουν τα δύσκολα γιατί όσους ανθρώπους κι αν ρωτήσαμε, από μεσήλικες κυρίες μέχρι ηλικιωμένες, καμιά τους δεν ερμηνεύει το φλιτζάνι όπως η άλλη. Μόνο χαρακτηριστικό τους γνώρισμα είναι πως το κατέχουν από γενιά σε γενιά. Είναι κάτι σαν το ξεμάτιασμα, με τη διαφορά πως η διαδικασία είναι σαφώς πιο δύσκολη.

«Άμα ήξερα θα όριζα και τη δική μου τύχη»

Στο Πεζοδρόμιο πρώτα… τον πίνουμε και μετά γράφουμε. Κάπως έτσι και στα πλαίσια αυτού του αφιερώματος, αποφασίσαμε να δούμε με τα μάτια μας την όλη διαδικασία. Υπήρχε όμως εξαρχής ένα πρόβλημα: Όσο κι αν μας μιλούσαν, οι γυναίκες που προσεγγίζαμε ήταν καχύποπτες. Καθεμιά τους μας έδινε ελάχιστες πληροφορίες, τις οποίες έπρεπε να αποκωδικοποιήσουμε αλλά και να συνθέσουμε με τις υπόλοιπες. Μέχρι που βρήκαμε την κυρία Τασία, που και μας φιλοξένησε, και το φλιτζάνι μας είπε, και την ευχή της μας έδωσε.

Όμως όταν λάβαμε το «ΟΚ», αντί να χαρούμε όσο θα έπρεπε, στρεσαριστήκαμε. Δεν είναι εύκολο η πρώτη σου εμπειρία με το παράδοξο να γίνεται σε συνεργασία με μία άγνωστη, σε ένα ξένο σπίτι και μια άλλη πόλη. Κι αν το ραντεβού ορίστηκε, υπήρχε ένα ακόμα ζήτημα: Nα βρούμε τον «εθελοντή» που θα στεκόταν απέναντι από την καφετζού την ώρα που εκείνη θα προσπαθούσε να αποκωδικοποιήσει το παρόν και το μέλλον. Ας είναι όμως καλά η Βάσω, που στην κρίσιμη στιγμή αποφάσισε να μας ακολουθήσει στο περίεργο ταξίδι μας. Σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής αναρωτιόμασταν αν αυτό το πράγμα «θα δουλέψει» ή θα γυρίσουμε στο γραφείο με άδεια χέρια. Αν και πρωτάρα, η Βάσω προσπαθούσε συνεχώς να μας καθησυχάσει. Η ατάκα που μας έλεγε στο repeat είναι πως τα πάει καλά με τους αγνώστους και δε φοβάται να γίνει «πειραματόζωο».

Ο προορισμός έγραφε «Βόλος», και αφού καταφέραμε να μη χαθούμε σε κάποια στενά της Νέας Ιωνίας, βρεθήκαμε στο καθιστικό μιας μεσοαστικής μονοκατοικίας. Πριν καν μπούμε μέσα, ξεχωρίσαμε μια τεράστια αυλή και στο πίσω μέρος, έναν καλοφροντισμένο κήπο. Στον εσωτερικό χώρο, τα πάντα ήταν τακτοποιημένα στην εντέλεια σα να προετοιμάζεται γιορτή και η πρωταγωνίστρια της ιστορίας μας υποδέχεται και επιμένει, όσο φαγωμένοι κι αν είμαστε, να μας κεράσει κάτι. Αρνούμαστε ευγενικά και προσπαθούμε ταυτόχρονα να κρύψουμε την αμηχανία μας ενώ ταυτόχρονα περιεργαζόμαστε το χώρο. Οι εικόνες του Χριστού είναι πανταχού παρούσες, ενώ η τραπεζαρία είναι στρωμένη με χειροποίητα σεμεδάκια, κεντήματα της γιαγιάς της από την Τραπεζούντα. Κι αφού ξεπερνάμε το στιγμιαίο μας «κόλλημα» με τα οικογενειακά της κειμήλια, με γρήγορο ρυθμό περνάμε στο… κυρίως πιάτο: Ένας καφές ψήνεται στο μπρίκι και περιμένει την ώρα της «ανάγνωσης». Στο διάστημα αυτό η κυρία Τασία μας λέει την ιστορία της.

Σε λίγο καιρό πατάει τα 60 και εργαζόταν από μικρή ηλικία. Δεν ερμηνεύει αυτό που κάνει ως χάρισμα και δεν το εξασκεί παρά μόνο σε δικούς της ανθρώπους, ενώ φυσικά, δεν παίρνει και χρήματα. «Ο ελληνικός καφές είναι πάντα της παρηγοριάς, γι’ αυτό δεν τον τσουγκρίζουμε», μας λέει στην αρχή. Θυμάται όταν ήταν έφηβη πως όλα τα κορίτσια της γειτονιάς επισκέπτονταν τις καφετζούδες και το θεωρούσαν κάτι σαν παιχνίδι. Οι γυναίκες αυτές ήταν μόνο ηλικιωμένες και το έκαναν φανερά και χωρίς αντάλλαγμα. Δε βγάζει όμως από το μυαλό της μία κυρία που ζητούσε αμοιβή και οι προβλέψεις έπεφταν μέσα… κατά γράμμα!

Στη συνέχεια η Βάσω αράζει στον καναπέ χωρίς κανένα άγχος και αδειάζει το φλιτζάνι σχετικά γρήγορα. Τα μηνύματα από την αρχή είναι θετικά: Πολλές φουσκάλες, άμα δε σπάνε, μεταφράζονται σε πολλούς φίλους, ενώ τα σημάδια στην εξωτερική πλευρά του φλιτζανιού σημαίνουν έξοδα. Ευτυχώς γι’ αυτήν δεν υπήρχαν λεκέδες! Έπειτα η  «μετάφραση» διακόπτεται για λίγα δευτερόλεπτα από την κυρία Τασία, η οποία τονίζει πως άλλο τα μάγια και άλλο ο καφές. Διευκρίνιση απαραίτητη για τους αρχάριους, μόνο που εμείς πήγαμε διαβασμένοι. Ψάχνουμε απαντήσεις για το μέλλον.

Η Βάσω σκέφτεται να αγοράσει κάτι, και συγκεκριμένα μία τσάντα και ένα ζευγάρι παπούτσια. Το ανακάλυψε το φλιτζάνι μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Το πιο ανησυχητικό, είναι το γράμμα «Μ» της κυρίας Μαριάνθης-μαμάς. Μάλωσε το πρωί με τη Βάσω και πριν χωρίσουν τον μεγάλο δρόμο τους η φίλη μας πικράθηκε. Όμως το ίδιο φλιτζάνι δείχνει τέλος, αρχή και λόγια χαρούμενα. Ένα ντροπαλό, μελαχρινό αγόρι μεσαίου αναστήματος που θα τη βοηθήσει να δει το μέλλον με πιο αισιόδοξη ματιά.

Το κορίτσι μας έχει μπει στο πετσί του ρόλου, κι από ‘κει που ήταν αμέτοχη παρατηρήτρια, αρχίζει τις ερωτήσεις: «Βλέπεις τίποτα για γάμο;» και ταυτόχρονα εμείς προσπαθούμε να μην «καρφωθούμε», γνωρίζοντας ήδη πως είναι αρραβωνιασμένη. «Το βλέπεις τα δύο φύλλα εδώ; Δείχνουν το φθινόπωρο, οπότε προλαβαίνεις να χαρείς τον λίγο καιρό που θα μείνεις όμορφη και λέφτερη σαν τα κρύα τα νερά», της λέει με χαμόγελο η καφετζού. Καφεμαντεία – Πεζοδρόμιο 1-0 και τα ρέστα σε βουτήγματα.

Στο τέλος πάντα κάτι μένει

Στο δρόμο της επιστροφής και μετά τις απαραίτητες ευχαριστίες αλλά και τον προβληματισμό, μας πιάνουμε να προσπαθούμε να παντρέψουμε το χθες με το σήμερα. Στο μυαλό μας περνάν εικόνες του Βόλου της δεκαετίας του ’70, και η πραγματικότητα με το μύθο κρέμονται από μια λεπτή κλωστή. Το βέβαιο είναι πως η κυρία Τασία μας βοήθησε σε αυτή τη «βουτιά» στο παρελθόν, ενώ η προσγείωση στο παρόν γίνεται απότομη: Ακόμα και η καφεμαντεία υπάρχει σε digital εκδοχή. Πίνεις με λίγα λόγια τον καφέ σου, βγάζεις φωτογραφία το φλιτζάνι, την κάνεις upload σε κάποια εφαρμογή (όπως για παράδειγμα το Καφεμαντείο) και σε δέκα λεπτά έχεις μία πρόβλεψη για το μέλλον. Γρήγορα και δωρεάν, μέχρι όμως να αρχίσεις να ζητάς περισσότερες και το πορτοφόλι να αδειάζει…

Κλείνοντας, και πάντα κρατώντας μικρό καλάθι, αποδεχόμαστε πως το «διάβασμα» του φλιτζανιού κατακρίνεται από τη θρησκεία, ενώ φυσικά δε γίνεται αποδεκτό ούτε από τους επιστημονικούς κύκλους. Παρόλα αυτά, μερικές φορές είναι καλό να δίνεις μια ευκαιρία και στο παράδοξο: Ποτέ δεν ξέρεις σε τι μονοπάτι θα σε οδηγήσει, αρκεί να μην πέσεις με τα μούτρα και κρεμαστείς από πάνω του.

 

Go to TOP
Άνοιγμα