post image

Μια φωτιά που καίει ακόμη

Εις μνήμην Σοφίας και Βασιλικής

 

Το πρωθυπουργικό αεροσκάφος τροχοδρόμησε βιαστικά, πιο γρήγορα από το συνηθισμένο, δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο: οι ψήφοι μετρούσαν αντίστροφα. Η πομπή διέσχισε κατά προτεραιότητα τους δρόμους μέχρι τα γραφεία του Κέντρου Πυροσβεστικών Επιχειρήσεων όπου είχε προγραμματιστεί σύσκεψη. Το σκηνικό είχε στηθεί με την συνηθισμένη προχειρότητα που ο Έλληνας ψηφοφόρος έχει εκπαιδευτεί να θεωρεί ικανοποιητική. Στον φόντο, πίσω από τον πρωθυπουργό, τρεις οθόνες υπολογιστών και ένας υπάλληλος που παρίστανε πως κάτι κοίταζε σε αυτές. Ο συνδυασμός οθόνης υπολογιστή και δημόσιου υπαλλήλου οδηγούσε με ασφάλεια στο συμπέρασμα πως ήταν σβηστές. Γύρω από τον πρωθυπουργό πήραν θέση υπουργοί και αξιωματούχοι κατά σειρά κομματικής ισχύος αντί της υπηρεσιακής χρησιμότητας και όλοι αυτοί πλαισιώνονταν από ανθρώπους που έφεραν το αδιαμφισβήτητο γνώρισμα του Έλληνα παρατρεχάμενου: χοντρή κοιλιά σε μονόχρωμο πουκάμισο. Πάνω στο τραπέζι υπήρχαν μόνο μπουκαλάκια με νερό. Κλειστά. Σημειολογικά ήταν ότι πιο ταιριαστό για την περίσταση. Ο πρωθυπουργός λάμβανε απαντήσεις ισάξιες των ερωτήσεων του: ανούσιες.

Την ίδια ώρα ο Παππούς και η Γιαγιά αγκάλιαζαν τις δίδυμες εγγονούλες τους και καίγονταν μαζί τους. Μην περιμένετε να σας το πω αλλιώς, έτσι έγινε. Ποιός μπορεί να πει τι να σκέφτονταν; Ο Παππούς και η Γιαγιά, με τι αγωνία θα προσπάθησαν να σώσουν τα παιδιά; Πόσο να προσευχήθηκαν και παρακάλεσαν όποιον θεό υπήρξε ποτέ, τώρα, κάποτε, οποτεδήποτε, μαύρο, άσπρο, οποιονδήποτε. Να σκέφτηκαν τον γιο τους, τον πατέρα των παιδιών που τους τα εμπιστεύτηκε; Να φοβήθηκαν πως τον πρόδοσαν; Πως τον απογοήτευσαν; Να σκέφτηκαν την απέραντη, αβάσταχτη θλίψη, τον αφάνταστο πόνο που θα ένιωθε από τον χαμό; Ποιά να ήταν εκείνη η ύστατη στιγμή που κατάλαβαν ότι δεν υπάρχει ελπίδα και πόση να ήταν η απόγνωση τους τότε; Να ζύγιζε εκείνη η απόγνωση όσο όλα τα βουνά της γης μαζί ή περισσότερο; Και τα κοριτσάκια, πόσο φόβο να ένιωσαν; Πόσο τρόμο; Τι θα μπορούσαν να καταλάβουν με το αθώο παιδικό τους μυαλουδάκι των εννέα ετών; Ποιό όνομα φώναξαν τελευταίο; Ποιός από μας μπορεί να απαντήσει οτιδήποτε από αυτά;

post image

Οι κάμερες έσβησαν, η δουλειά είχε τελειώσει για την ώρα, η πρωθυπουργική πομπή διέσχισε κατά προτεραιότητα τους δρόμους προς την αντίθετη κατεύθυνση φορτωμένη με το βάρος των χαμένων ψήφων. Θεωρείς πως είμαι άδικος μαζί σου; Δεν είμαι. Πιστεύω ότι λυπήθηκες, ότι συγκλονίστηκες. Ξέρω όμως ότι πάνω από όλα έβαλες το πολιτικό κόστος. Γι’ αυτό ήρθες εσπευσμένα από την Βοσνία, γι’ αυτό στήθηκες μπροστά στις κρατικές κάμερες και ρώταγες γενικότητες ενώ ήξερες. Ήξερες ότι υπάρχουν νεκροί. Και ήξερες ότι θα είναι περισσότεροι το πρωί. Ηγήθηκες ενός μηχανισμού επικοινωνιακής διαχείρισης της τραγωδίας άλλων την ίδια ώρα που δεν υπήρχε η ελάχιστη επιχειρησιακή διαχείριση. Έθεσες σε λειτουργία τον μόνο μηχανισμό που ξέρεις να λειτουργείς: αυτόν της συγκάλυψης ευθυνών. Φοβήθηκες τόσο πολύ τις χαμένες ψήφους που δεν δίστασες να προστατεύσεις με κάθε διαθέσιμο μέσο τους υπεύθυνους.

Πιστεύεις ακόμη πως σε αδικώ; Πες μου αλήθεια: κοιμήθηκες εκείνο το βράδυ; Είδες τις επόμενες ημέρες τον πατέρα των δίδυμων κοριτσιών που τα αναζητούσε; Που ισχυριζόταν ότι τα είχε δει σε βίντεο καναλιού να είναι ζωντανά πάνω σε βάρκα; Αναρωτήθηκες ποτέ πόσο απεγνωσμένα θέλει να πιστέψει ο άνθρωπος αυτός ότι τα παιδιά του ζουν, ώστε να τα μπερδεύει με παιδιά άλλων; Πόσες φορές να «πάγωσε» την εικόνα του βίντεο με τα ξένα παιδιά και να είπε: «δικά μου είναι αυτά». Και όλοι γύρω του, συγγενείς, φίλοι, που τα έβλεπαν στο βίντεο να τον επιβεβαιώνουν: «τα δικά μας είναι αυτά». Αναρωτήθηκες ποτέ; Πιστεύεις ακόμη πως σε αδικώ; Εκείνη η φωτογραφία ενός από τα δίδυμα κοριτσάκια που κοιτάζει όλο απορία και έκπληξη είναι η απάντησή σου.

-Παππού, Γιαγιά, αργούν ο μπαμπάς και η μαμά;

-Έρχονται καρδούλες μου.

Go to TOP