Λαχαναγορά Λάρισας

Εκεί που το μεροκάματο δε λογαριάζει από γιορτές και αργίες, το Πεζοδρόμιο κάνει μια βουτιά στην εργασιακή καθημερινότητα των ανθρώπων του μόχθου

Πρώτες πρωινές ώρες της Κυριακής 25ης Μαρτίου. Ο περισσότερος κόσμος που ετοιμάζεται για την διπλή γιορτή (την Επανάσταση του 1821 και τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου)  κοιμάται, ενώ κάποιοι άλλοι ξεκινούν άλλη μια μέρα εργασίας. Άλλωστε για τους περισσότερους οι αργίες δεν είναι τίποτα άλλο παρά μία συνηθισμένη μέρα, κατά τη διάρκεια της οποίας πρέπει να βγουν τα προς το ζειν. Πρόκειται για ανθρώπους του μόχθου, που δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τους υπόλοιπους: H ζεστή παρουσία τους, η ευγένειά τους και το παρουσιαστικό, τους προσδίδουν ένα άλλο κύρος. Αυτούς επισκεφθήκαμε και συνομιλήσαμε μαζί τους για τη φύση της δουλειάς τους, καθώς και για όλα όσα τους απασχολούν.

Το ρολόι δείχνει 6 και δεν έχει καλά-καλά ξημερώσει. Βρισκόμαστε στο δρόμο που ενώνει τη Λάρισα με το Συκούριο και λίγα χιλιόμετρα μετά την αρχή της διαδρομής, στρίβουμε σε ένα μέρος που θαρρείς πως σφύζει από ζωή. Είναι η Λαχαναγορά της πόλης, που φιλοξενεί περισσότερα από 30 καταστήματα που ειδικεύονται στο χονδρεμπόριο φρούτων και λαχανικών. Η φήμη τους μάλιστα ξεπερνά κατά πολύ τα γεωγραφικά όρια της Θεσσαλίας, μιας και όπως μας ανέφεραν, δέχονται επισκέψεις ακόμα και από εμπόρους της Ηπείρου! Καθένας από τους ανθρώπους που συναντήσαμε μας διηγήθηκε και μία μικρή, ξεχωριστή ιστορία. Έτσι, πριν καλά-καλά ο ήλιος ανατείλει, κάναμε μια βουτιά στην εργασιακή καθημερινότητά τους.

Ο πρώτος άνθρωπος που συναντήσαμε, και πιο μικρός σε ηλικία, είναι ο Γιώργος Βάλλας. Φύλακας του χώρου, ο οποίος παρά τα λίγα του χρόνια, μας μίλησε με μεγάλη ωριμότητα: “Οι άνθρωποι που έρχονται εδώ για να ψωνίσουν είναι διαφόρων ειδών. Επίσης, άλλοι επέλεξαν αυτή τη δουλειά, και για άλλους το διάλεξε η ίδια η ζωή”. Κατευθείαν στο… ψητό από τον Γιώργο, ο οποίος ανοίγει και κλείνει την αγορά. Πέρα από αυτό, όπως είναι φυσικό, φροντίζει και για την ασφάλεια του χώρου. Δουλεύει μόλις ένα χρόνο εδώ, αλλά δεν φαίνεται καθόλου «ψαρωμένος», παρά τα 23 του χρόνια. Στη συνέχεια, τον ρωτάμε αν του έχει συμβεί κάποιο παράδοξο κατά τη διάρκεια της βάρδιας του: “Γενικά, εδώ είναι λίγο απόμερα, και το βράδυ είναι ζόρικο. Έτσι, απ’ τη στιγμή που ο χώρος είναι μεγάλος, δύσκολα μπορούμε να καταλάβουμε αν κάποιος που θα μπει μέσα, θα το κάνει για να αγοράσει ή να κλέψει. Πόσο μάλλον αν ο άλλος έρχεται καλοντυμένος. Γι’ αυτό άλλωστε υπάρχουν και οι κάμερες”.

Mας παρομοιάζει τη λαχαναγορά με ένα μικρό χωριό, μέσα στο οποίο μπορείς να βρεις από τον πιο φτωχό μέχρι τον πιο πλούσιο κι από τον πιο ηθικό μέχρι κάποιο πρόσωπο χωρίς αρχές και αξίες. Έπειτα, η διήγησή του συνεχίζεται με τα… περίεργα: “Έχουμε προλάβει άτομο που μπήκε να κλέψει παλέτες, λέγοντάς μας ψέμματα πως αυτές προορίζονταν για κάψιμο”, προσθέτει. Όμως όσο περίεργη κι αν είναι η δουλειά του, την αγαπά. Ακόμα κι αν κάποιοι τον πλησιάζουν κακοπροαίρετα και τον ρωτούν τί ώρα δουλεύει. Ο σκοπός τους, να μάθουν πότε γίνονται οι αλλαγές. Ο Γιώργος δε μασάει, και μέσα από τη δουλειά του αισθάνεται τυχερός που συναναστρέφεται με ανθρώπους του μεροκάματου. Ανθρώπους που όταν σε βρίσκουν εκτός εργασίας, σου λένε «γεια» και το εννοούν. Τέλος, μόλις σχολάσει, αφήνει στην άκρη το αλεξίσφαιρο γιλέκο του και ζει έντονα την υπόλοιπη μέρα. Πόσο μάλλον όταν η βάρδια που τελείωσε είναι η πρωινή, που η αγορά είναι ανοιχτή και η ώρα περνά πιο εύκολα.

Αφήνοντας πίσω μας τη μεγάλη πόρτα της εισόδου, αποχαιρετούμε τον Γιώργο και βαδίζουμε προς τον κυρίως χώρο. Πρόκειται στην ουσία για τέσσερις τεράστιες αποθήκες, οι οποίες με τη σειρά τους φιλοξενούν εμπόρους οι οποίοι συστεγάζονται στην αχανή σε έκταση αγορά. Ο πρώτος τον οποίο συναντήσαμε, ήταν ο κύριος Βαγγέλης Κολπούζης: “Εμπόριο φρούτων και λαχανικών, πιο γνωστός για τα λαχανικά υδροπονικής καλλιέργειας”, μας λέει με αμεσότητα. Ξυπνάει κάθε μέρα στις 4:30 το πρωί, όταν η λαχαναγορά ανοίγει στις 6. Το δε πελατολόγιό του φτάνει ως τα Γιάννενα και τη Λαμία, ενώ από το Πάσχα και μετά, στα νησιά των Σποράδων. Η επιχείρησή του είναι οικογενειακή, που κρατά από τα χρόνια του παππού του, τότε που η λαχαναγορά βρισκόταν ακόμα στον λόφο του Φρουρίου. Για την ιστορία, η νέα  αγορά άνοιξε το 1995 και είναι η μοναδική ιδιόκτητη στη Θεσσαλία: To προνόμιό μας έχει να κάνει με το περιθώριο να φέρνουμε περισσότερα πράγματα. Έτσι, κερδίζουμε στην τιμή και τη μοναδικότητα, ενώ δε συστεγαζόμαστε με κάποια ψαραγορά ή κρεαταγορά”.

Αν και γνωρίζει τα μυστικά του επαγγέλματος από πρώτο χέρι, δεν αιθεροβατεί. Mας πληροφορεί πως η αγορά έχει πέσει πολύ, και ειδικά την τελευταία πενταετία: “Έμποροι που παλιά σήκωναν παλέτες και πολλά κιλά, δουλεύουν πλέον με τον τρόπο του μανάβη. Οι περισσότεροι συνεταιρισμοί έχουν γίνει επιχειρήσεις, οπότε αν πας να αγοράσεις ντομάτα σε έναν συνεταιρισμό της Πρέβεζας, θα βρεις επίσης αχλάδια και μήλα”.  Με λίγα λόγια, απελευθέρωση της αγοράς με τις γνωστές για όλους συνέπειες. Κάτι που επίσης μαθαίνουμε, είναι πως αγρότες οι οποίοι ασχολούνταν με καλλιέργειες τεύτλων και βαμβακιού, από τη στιγμή που αυτά σταμάτησαν να επιδοτούνται, έστρεψαν το ενδιαφέρον τους στα λαχανικά. Όμως αυτό δημιουργεί με τη σειρά του αρρυθμίες: “Βάζει ο άλλος για παράδειγμα τριάντα στρέμματα σπανάκι και αυτά βγαίνουν την ίδια στιγμή. Τόσα όμως τρώει η Ελλάδα σε ένα χρόνο!”. Παρόλα αυτά, ο κύριος Βαγγέλης δεν πτοείται. Κράτα τα όμορφα του επαγγέλματος. Τις φιλίες και τον σχετικό σεβασμό απέναντι στο συνάδελφο, άσχετα από τον τρομερό ανταγωνισμό. Πριν τον αποχαιρετίσουμε, τον ρωτάμε γιατί κάποιος επιλέγει τη δική του επιχείρηση, και μας απαντά άμεσα πως δεν είναι θέμα τιμής αλλά εξυπηρέτησης. Για την ακρίβεια, μεταφέρει τα πράγματα στον εργασιακό χώρο του πελάτη. Τέλος οι αγοραστές του γνωρίζουν τους παραγωγούς του με τα μικρά τους ονόματα, πράγμα που σημαίνει ότι ξέρουν τί ακριβώς προμηθεύονται και πουλάν. Φεύγοντας, μας προτρέπει να γράψουμε οι καταναλωτές να προτιμούν τα ντόπια προϊόντα. Done!

Στάση δύο λεπτών για μια ανάσα, και στη συνέχεια «τρακάρουμε» τον κύριο Αντώνη Κολπούζη, πατέρα του Βαγγέλη και των άλλων δύο παιδιών της φωτογραφίας, συνταξιούχο έμπορο. Το παρουσιαστικό του μας προδιαθέτει για έναν άνθρωπο που έχει «σπουδάσει» τη ζωή, και στην ουσία δεν πέσαμε και πολύ έξω: “Mε βλέπετε εδώ γιατί δε θέλω να με πιάσει κατάθλιψη και άνοια. Και μη μου πείτε πως δουλεύω, γιατί δουλειά σημαίνει να τρέχει ο ιδρώτας”. Και αυτός ακολούθησε τη δουλειά του πατέρα του, από την παιδική του κιόλας ηλικία. 40 χρόνια και τρεις μήνες, που το λες και ολόκληρη ζωή: “Αυτή την αγορά που βλέπετε τη φτιάξαμε μόνοι μας, με ιδρώτα και αίμα. Και στο θέμα της εξυπηρέτησης, είναι το κάτι άλλο. Φορtώνουμε με άνεση επειδή έχουμε τις ράμπες, υπάρχουν τουαλέτες και γενικά, τα πάντα είναι καλύτερα σε σχέση με τον προηγούμενο χώρο”. Κι ενώ αυτή η αλλαγή περιβάλλοντος άρχισε να αποδίδει καρπούς, ο κύριος Αντώνης μας λέει πως χάθηκε η ισορροπία όταν τα σούπερ-μάρκετ άρχισαν να εμπορεύονται φρούτα και λαχανικά: “Το αποτέλεσμα ήταν να πουλάν τα προϊόντα στην τιμή που εμείς τα αγοράζαμε! Αγρότες σε κατάντια, κράτος σε κατάντια και πάει λέγοντας…”. Εύχεται όμως σήμερα κάτι ν’ αλλάξει, γιατί σαν πατέρας τεσσάρων παιδιών, έχει αγωνία για το μέλλον τους. Όμως είναι φύσει αισιόδοξος και πιστεύει πως ο τουρισμός θα μας βγάλει από το αδιέξοδο. Πρέπει, λέει, να στραφούμε προς τα εκεί. Να φροντίζουμε τα προϊόντα μας σε όλους τους τομείς, ώστε να καταφέρουμε να ανταγωνιστούμε τα αντίστοιχα του εξωτερικού. “Και να μη σταματήσουμε ποτέ, ούτε εμείς σαν έμποροι. Το κεφάλαιο έχει τέτοια δύναμη που μπορεί να αποδεκατίσει κυβερνήσεις, πόσο μάλλον τη λαχαναγορά μας”. Τέλος, μας λύνει την απορία γιατί η αγορά άνοιξε ανήμερα 25ης Μαρτίου, πράγμα που δεν είχε ξαναγίνει στο παρελθόν: “Αν η αργία έπεφτε καθημερινή θα ήμασταν κλειστά, όμως επειδή την προηγούμενη ήταν Σάββατο που εκ των πραγμάτων δεν εργαζόμαστε, έπρεπε να ανοίξουμε για να καλύψουμε το κενό και να εξυπηρετήσουμε τους πελάτες μας”.

Οι επαγγελματίες εδώ παραλαμβάνουν κάθε μέρα, εκτός κι αν οι καιρικές συνθήκες καθιστούν αδύνατη την παραγωγή. Δε μπορείς, για παράδειγμα,  να μαζέψεις λάχανα ή πράσα ενώ βρέχει. Κι ενώ συνεχώς μαθαίνουμε νέα πράγματα, κάνοντας λίγα βήματα πιο πέρα, πέφτουμε πάνω στην επιχείρηση του κυρίου Θανάση Μέρα. Η ιστορία του, ίδια με των υπολοίπων, ενώ ο ενδυματολογικός του κώδικας παραπέμπει φλερτάρει έντονα με το casual . Βρίσκεται εδώ από το 1995, ενώ έμαθε το επάγγελμα από τον πατέρα του. “Πουλάω κυρίως φρούτα, πατάτες και κρεμμύδια, ενώ το καλοκαίρι στρέφομαι σε καρπούζια, πεπόνια, μήλα και πορτοκάλια”. Όταν τον ρωτάμε γιατί οι αγοραστές προτιμούν αυτόν, μας αναφέρει πως κυρίαρχο γεγονός στην επιλογή τους είναι η φύση του ανθρώπου. Έτσι είναι, όπως και να ‘χει, τα πράγματα μέσα σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον: “Γνωρίζω από πρώτο χέρι πως η δουλειά είναι δύσκολη. Χρειάζεται καθημερινός αγώνας για να ‘ρθουν τα πράγματα όπως πρέπει. Και προβληματίζομαι με την κρίση, για την οποία δεν ξέρουν πόσο θα κρατήσει ούτε αυτοί μας κυβερνάνε”. Όμως μας μιλά με αυτοπεποίθηση και ο τόνος της φωνής του δε βγάζει παράπονο.

Ακριβώς δίπλα του βρίσκεται ο κύριος Κωνσταντίνος Πεταλάς, και ανάμεσά τους δεσπόζει η σόμπα που, χωρίς υπερβολές, αποτελεί σήμα-κατατεθέν του χώρου.

Ο κύριος Κώστας μας χαμογελά και λέει χαρακτηριστικά πως… βρίσκεται σε καθεστώς απόσυρσης, στο τρίτο στάδιο της ηλικίας. Σύντομα λοιπόν στη σύνταξη, και αντί να εστιάσει στα της αγοράς, μας «παίζει μπάλα» στο γήπεδο της πολιτικής: “Aρχικά να σας πω πως τις παλιές, καλές μέρες δεν υπήρχε χρόνος ούτε να σας κοιτάξω, πόσο μάλλον για να μιλήσουμε! Τώρα έρχομαι από συνήθεια, για να απολαύσω τον καφέ μου, το τραγουδάκι και το τσιμπούκι μου. Όμως όσο και να τα απολαμβάνω, δύσκολα ξεχνάω πως οι κυβερνήσεις βλέπουν τον επαγγελματία ως αντίπαλο και όχι ως συνοδοιπόρο”. Ο τόνος της του είναι στιβαρός, και το παράπονο που βγάζει είναι γνήσιο: “Τον έχουν στήσει στο εκτελεστικό απόσπασμα, κι αυτό συμβαίνει από μονίμου βάσεως. Ζούμε σε μια χώρα που ο ελεύθερος επαγγελματίας δουλεύει για να πληρώνει τους τεμπέληδες”. Tην ίδια στιγμή, τα φιλικά πειράγματα από τους γύρω δίνουν και παίρνουν, σε μία από τις ατέλειωτες συζητήσεις σχετικά με τα πολιτικά δρώμενα. Μετά από αυτό το  μικρό διάλειμμα, τον ρωτάμε αν έχει να προσθέσει κάτι για το τέλος. Μας απαντά πως θα επιβιώσουν τα μαγαζιά που έχουνε τσαγανό και κάποιο ρευστό: “Εάν έχεις καρδιά για να παίξεις, θα συντηρηθείς- δε θα αισχροκερδίσεις, θα παλέψεις και δε θα κλείσεις”. Κάπως έτσι δεν είναι και στην πραγματική ζωή;

Παίρνοντας το δρόμο της επιστροφής, η αίσθηση που μας έμεινε ήταν πως οι άνθρωποι του μεροκάματου πέρα από πυλώνας της οικονομίας μας, είναι και πρότυπο εργατικότητας και τιμιότητας. Αρκεί μία κουβέντα μαζί τους και μια ματιά για να το καταλάβει κανείς και γι’ αυτό δε χρειάζεται κανένα… φιλολογικό στολίδι. “Σχολείο μεγάλο το πεζοδρόμιο”, μας φωνάζουν ενώ η πόρτα πίσω μας κλείνει. Φυσικά και έχουν δίκαιο.

 

Go to TOP
Άνοιγμα