post image

Καφωδείο: Τίτλοι τέλους για το ιστορικό μπαρ της Καρδίτσας

Λίγο μετά τα μέσα του καλοκαιριού, στη χώρα που δεν θα αποτελέσει ποτέ κλισέ η φράση «Η κρίση δεν άφησε τίποτα όρθιο», γίναμε δέκτες μίας πολύ δυσάρεστης είδησης: Το Καφωδείο, το πάλαι ποτέ διαχρονικό μουσικό μπαρ στην πόλη της Καρδίτσας, έκλεισε.

Απευθυνθήκαμε λοιπόν στον Διονύση Τσακνή, τον άνθρωπο που συνέλαβε την ιδέα του εγχειρήματος και πρώτο του ιδιοκτήτη, πριν αυτός εγκαταλείψει τoν κάμπο και ξεκινήσει στην Αθήνα την καριέρα του στον χώρο του τραγουδιού. Συζητήσαμε μαζί του γι’ αυτή τη δυσάρεστη τροπή, με τον τραγουδοποιό να θυμάται και να μας αναφέρει πράγματα που θα εκπλήξουν ακόμα και τους μουσικόφιλους.

Λόγω της ιδιαιτερότητας του γεγονότος, τα λόγια του παρουσιάζονται αυτούσια, σαν να πρόκειται για έναν αφηγηματικό μονόλογο:

«Το 1981 επιστρέφοντας στην Καρδίτσα μετά τις σπουδές μου στις Οικονομικές Επιστήμες και το στρατό, αποφάσισα με 2 φίλους, τον Τάκη Καρελά και τον Σάκη Μπουρλιάσκο, να φτιάξουμε έναν ξεχωριστό χώρο μουσικής στην πόλη, στηριγμένοι σε μουσικές που ίσως οι συντοπίτες μας δεν είχαν συνηθίσει να ακούνε ή να αγαπούν.

Παράλληλα, φτιάξαμε κι έναν Σύλλογο Φίλων Τζαζ Μουσικής και αρχίσαμε να υλοποιούμε την ιδέα μας. Ο χώρος που στέγασε το Καφωδείο ήταν ιδιοκτησία μιας φίλης, της Μάρθας Νικολοπούλου, η οποία μας τον παραχώρησε αμέσως. Ήτανε από τις σπάνιες, την περίοδο εκείνη, περιπτώσεις όπου μία κατοικία μετατρέπεται σε χώρο διασκέδασης. Γιατί συνήθως, τα λεγόμενα «μαγαζιά» υπήρχαν σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους. Για πρώτη φορά λοιπόν, μία κατοικία διαμορφώθηκε όπως έπρεπε.

Υπήρχε μία, καταρχήν, θετική ανταπόκριση από κάποιους ανήσυχους νέους. Γενικά όμως, το εγχείρημα δεν στέφθηκε από εμπορική επιτυχία. Ίσως κάτι τέτοιο να ήταν πρόωρο και αρκετά προχωρημένο για τα ακούσματα της πόλης. Δεν υποτιμώ κανέναν, αντιθέτως, πιστεύω πως ήταν μια κίνηση που περισσότερο κάλυπτε τις δικές μας ανάγκες, παρά τις πραγματικές ανάγκες για μουσική. Παρόλα αυτά, η Καρδίτσα είχε τη δυνατότητα να ακούσει πολλά σπουδαία ονόματα της τζαζ, σε συναυλίες που διοργανώναμε.

Εκεί πρωτοπαρουσιάσαμε, και εγώ ως μουσικός με μία ομάδα φίλων, διάφορα έργα, Ελλήνων κυρίως συνθετών. Θυμάμαι χαρακτηριστικά τους Αχαρνής του Σαββόπουλου σε μία ελεύθερη, αυτοσχεδιαστική εκδοχή. Έγιναν πάρα πολλές εκδηλώσεις, αλλά το κλίμα δε μας βοηθούσε. Ήμασταν αντιεμπορικοί  και δεν κάναμε εκπτώσεις όσον αφορά το μουσικό concept.

Θυμάμαι πως υπήρχε ένα αναλόγιο στην είσοδο, που έγραφε με λεπτομέρειες το πρόγραμμα της μουσικής που θα ακουγόταν στο διάστημα που το Καφωδείο ήταν ανοιχτό. Από τις 5 ως τις 7 μπορεί να παίζαμε κλασική. Από τις 7 ως τις 9 κλασικό ροκ. Παίζαμε μέχρι ρεμπέτικα και δημοτικά τραγούδια. Σ’ αυτό το πρόγραμμα αναφερόταν το κάθε κομμάτι που θα ακουστεί. Αυτό το πράγμα δε γίνεται πλέον ούτε στη Νέα Υόρκη. Γινόταν όμως στην Καρδίτσα του 1981.

Έπειτα προσπαθήσαμε να δώσουμε βήμα σε πολλούς νέους μουσικούς, αλλά αυτό το πείραμα κράτησε μόνο δύο χρόνια. Οι δυσκολίες μας ανάγκασαν να σταματήσουμε, και έπειτα το Καφωδείο πήρε μια άλλη τροπή.

Από το ’83 και μετά παρακολουθούσα το Καφωδείο, αλλά όχι σε όλα τα ιδιοκτησιακά του καθεστώτα. Μουσικά, ο χώρος μπορεί να μην ταυτίζονταν με την αρχική, δική μας εκδοχή, αλλά πάντοτε παρουσίαζε ενδιαφέρον. Ειδικά όταν το πήρε ο Δημήτρης Μαυρογιάννης, ένα φιλήσυχο παιδί που αγαπούσε πολύ τη μουσική. Η συγκεκριμένη ιδιοκτησία ακολούθησε τη φιλοσοφία του χώρου όπως αυτός ξεκίνησε. Σεβάστηκε τον χαρακτήρα, παίζοντας εναλλακτικές μουσικές, γυρίζοντας ως ένα βαθμό την πλάτη στο mainstream.

Λόγω της παραμονής μου στην Αθήνα δεν είχα τη δυνατότητα να πηγαίνω εκεί συχνά. Για την ακρίβεια, ήταν μόλις 2-3 φορές τα τελευταία είκοσι χρόνια. Όμως κάθε φορά που βρισκόμουν εκεί αναπολούσα, καθώς σκεφτόμουν την εξέλιξη των πραγμάτων και αισθανόμουν ως ένα βαθμό περήφανος.

Στην είδηση του κλεισίματος, σκέφτηκα πως όλα τα πράγματα κάνουν τον κύκλο τους. Προφανώς και δε θα ήθελα να κλείσει. Σήμερα όμως, θέλω κάποιος ευρηματικός και συνάμα ονειροπόλος επιχειρηματίας να το πάρει και να το εξελίξει, λαμβάνοντας υπόψιν τα σημεία των καιρών. Το αισθητικό κριτήριο των ανθρώπων της Καρδίτσας είναι υψηλό όσον αφορά τη μουσική. Και όσοι πέρασαν από το Καφωδείο είχαν κι αυτοί τη δική τους, μικρή συμβολή.  Αυτό είναι το κέρδος μετά από 35 χρόνια.

Τέλος, δίνω και μία υπόσχεση: Αν το Καφωδείο ανοίξει και πάλι με την ίδια φιλοσοφία, θα έρθω στα εγκαίνια να πιούμε τα ποτά μας».

 

Go to TOP