post image

Η μπάλα «κόλλησε» στη λάσπη

Γιατί μόνο τα αφεντικά των ομάδων μπορούν να φτιάξουν το ποδόσφαιρο και γιατί κάτι τέτοιο είναι απίθανο να συμβεί σύντομα

Το οξύμωρο στην ιστορία με τον Ιβάν Σαββίδη και την εισβολή του στο γήπεδο της Τούμπας, είναι ότι ένα εξ ορισμού απαράδεκτο γεγονός δημιούργησε εν δυνάμει προϋποθέσεις για ένα μπαράζ θετικών εξελίξεων. Η δημόσια διαπόμπευση, δηλαδή, του προβληματικού ελληνικού ποδοσφαίρου σε παγκόσμια κλίμακα καλλιέργησε την προσδοκία ότι ένα τσουνάμι αποφάσεων θα βάλει, επιτέλους, φρένο στον κατήφορο και θα γίνει η απαρχή της κάθαρσης.

Η Πολιτεία διέκοψε – και καλά επ’ αόριστον – το πρωτάθλημα, αλλά πριν καν συμπληρωθεί εβδομάδα ο πρόεδρος της ΕΠΟ προανήγγειλε, εμμέσως πλην σαφώς, την επανεκκίνηση μετά από τη διακοπή των Εθνικών ομάδων, με τον Υφυπουργό να επιβεβαιώνει θέτοντας προϋποθέσεις. Περσινά ξινά σταφύλια, με τους ποδοσφαιριστές εδώ και λίγες μέρες να συνεχίζουν κανονικά τις αγωνιστικές τους υποχρεώσεις. H AEK, μάλλον, πρωταθλήτρια,  η FIFA επισκέπτρια στην Ελλάδα και το αποτέλεσμα; Mια στρογγυλεμένη συνέντευξη Τύπου με ωραίες θεωρητικολογίες, απογοητεύοντας όλους όσοι επένδυαν σε δυναμική επέμβαση που θα βάλει το μαχαίρι στο κόκαλο.

Ο Ιβάν Σαββίδης δεν είναι η πηγή όλων των δεινών: Προχθεσινός είναι, άλλωστε, στον χώρο. Είναι, απλώς, ο άνθρωπος που τράβηξε την κουρτίνα και αποκάλυψε – σε ένα ευρύτερο φάσμα της ποδοσφαιρικής κοινότητας, αλλά και της ελληνικής κοινωνίας – τη σαπίλα που κατατρώγει τα σωθικά του επαγγελματικού ποδοσφαίρου στη χώρα μας εδώ και χρόνια. Έβγαλε, δηλαδή, σε δημόσια θέα αυτό που όλοι λίγο πολύ ξέρουν, το παραδέχονται, το αναλύουν αλλά σηκώνουν ψηλά τα χέρια ανήμποροι και απρόθυμοι όταν έρθει η ώρα να κάνουν κάτι για να το αλλάξουν.

post image

Το ελληνικό ποδόσφαιρο είναι ελεγχόμενο. Όποιος ελέγχει την ΕΠΟ, ελέγχει και τη διαιτησία και κατ’ επέκταση το πρωτάθλημα. Στο γήπεδο ισχύει ο νόμος του ισχυρού. Όλο το ζουμί είναι τα λεφτά του Champions League, γι’ αυτό ο πρωταθλητής είναι τα πάντα και οι υπόλοιποι τίποτα. Ο Βαρδινογιαννισμός στα 80s, η «χρυσή» εποχή των Μελισσανίδη-Καρρά στην ΑΕΚ των mid-90s και η μονοκρατορία του Ολυμπιακού επί Κόκκαλη και τα τελευταία χρόνια με Μαρινάκη, εξέθρεψαν το κτήνος. Αυτό είδε μπροστά του ο Σαββίδης ερχόμενος στην Ελλάδα. Και κάπως έτσι θεώρησε φυσιολογικό ότι στο ακυρωθέν γκολ του ΠΑΟΚ στον αγώνα με την ΑΕΚ υπήρχε δόλος και κάπως έτσι, χωρίς ενδοιασμό, μπούκαρε με το όπλο στην κωλότσεπη απειλώντας θεούς και δαίμονες. Δεν είναι δικαιολογία για την ενέργειά του. Είναι η ερμηνεία στο γιατί αυτός ο άνθρωπος με το συγκεκριμένο “background”, που ήρθε στην Ελλάδα «συστημένος», με συγκεκριμένο σκοπό και με συγκεκριμένο ρόλο στο οικονομικοπολιτικό γίγνεσθαι, λειτούργησε κατ’ αυτόν τον τρόπο. Του έδωσαν το δικαίωμα να νιώθει ισχυρός σε όλα τα επίπεδα, του έδωσαν το δικαίωμα να πιστεύει ότι του χρωστάνε ένα πρωτάθλημα τώρα που με τόσο κόπο άλλαξε τα κουμάντα στην ΕΠΟ, του έδωσαν το δικαίωμα να πιστεύει ότι μπορεί να μπουκάρει έτσι στο γήπεδο και να μη συμβαίνει τίποτα. Θα έκανε κάτι αντίστοιχο σε ένα σοβαρό πρωτάθλημα ή σε έναν αγώνα του ΠΑΟΚ στο Europa League για παράδειγμα; Εννοείται πως όχι.

Καμία Πολιτεία και καμία FIFA δεν μπορεί να καθαρίσει αυτή τη σαπίλα. Να την καταστείλει προσωρινά, ναι. Όχι να θεραπεύσει, όχι να χτίσει από την αρχή. Το ελληνικό ποδόσφαιρο μπορεί να αλλάξει μόνο αν τα ίδια τα αφεντικά των ομάδων το αποφασίσουν. Αν πειστούν ότι έτσι θα βγουν, μακροπρόθεσμα, κερδισμένοι. Όμως, στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι άσχετοι με το αντικείμενο και οι λόγοι για τους οποίους έχουν εμπλακεί στον χώρο έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τις έννοιες πρόοδος και εξέλιξη. Δεν αγαπούν το αντικείμενο γι’ αυτό και δεν το αξιοποιούν. Μόνο το εκμεταλλεύονται και το απομυζούν.  Έτσι, στο τέλος δεν θα τους μείνει προϊόν για πουλήσουν.

Στην Αγγλία είχαμε 5 διαφορετικούς πρωταθλητές την τελευταία δεκαετία. Στην Ελλάδα, τα τελευταία 20 χρόνια, μόνο 2 φορές ο Παναθηναϊκός έσπασε την κυριαρχία του Ολυμπιακού. Οι ιδιοκτήτες των ομάδων δεν βλέπουν ολόκληρη την εικόνα. Στο εξωτερικό, στις σοβαρές και προηγμένες ποδοσφαιρικά χώρες, δεν είναι ηλίθιοι. Είπαν: «Μάγκες, καθίστε να φτιάξουμε ένα σοβαρό ανταγωνιστικό πρωτάθλημα, στο οποίο ο τελευταίος θα μπορεί να κερδίζει τον πρώτο και ο καθένας θα μπορεί να ονειρεύεται τον τίτλο και θα τα κονομήσουμε όλοι μας». Κι έτσι έγινε.

post image

Στην Αγγλία η αλλαγή στα τέλη της δεκαετίας του ’80 δεν ήρθε από την πολιτική. Καμιά Θάτσερ δεν έδιωξε τους χούλιγκαν. Η UEFA έδωσε την αφορμή με την τιμωρία όλων των αγγλικών ομάδων από τα ευρωπαϊκά κύπελλα και από εκεί και πέρα ήταν συλλογική στρατηγική απόφαση. Οι ιδιοκτήτες κατάλαβαν ότι πρέπει πλέον να απευθυνθούν σε διαφορετικό στάτους φιλάθλου-πελάτη για να αυξήσουν τα έσοδά τους. Ήρθε έτσι η σταδιακή, αλλά προγραμματισμένη, αλλαγή του προφίλ των ανθρώπων που πήγαιναν στα γήπεδα.  Κόσμος «κανονικός», σεκιούριτι με διακριτική παρουσία μέσα και αστυνομικοί έξω απ’ αυτό, κάμερες ασφαλείας και όποιος παρεκτρέπεται, αποκλεισμός, ακόμη και ισόβιος. Εφαρμογή νόμων, πάνω απ’ όλα, όμως, αξιόπιστο και συνάμα ελκυστικό ποδόσφαιρο.

Εδώ όμως το άθλημα ζει στην ομηρία των οπαδικών στρατών και των ανίδεων ιδιοκτητών, οι οποίοι αδυνατούν να συνειδητοποιήσουν ότι περπατούν μηχανικά σε ένα κύκλο μικρής προοπτικής που μοιραία θα τους οδηγήσει, συντομότερα απ’ ότι φαντάζονται, στην ποδοσφαιρική αυτοκαταστροφή τους.

 

Go to TOP