Η Λάρισα συνεχίζει να «τα σπάει» στο Φάληρο

Μια βόλτα στο τελευταίο (και πιο ιστορικό) «πιατάδικο» της Θεσσαλίας

Ορόσημο, θεσμός, σημείο αναφοράς. Μπουζούκια. Πες το όπως θες. Το «Φάληρο» είναι ο ορισμός της νυχτερινής διασκέδασης εδώ και περίπου χίλια χρόνια. Κι αν σου πω ότι αναφέρομαι μόνο στον κόσμο της Λάρισας, θα βγω ψεύτης. Ξέρεις τι είναι να οδηγείς από 50 έως 100 χιλιόμετρα για να ξεδώσεις; Για να τα σπάσεις, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Πίστεψέ με, αν τα ντουβάρια από το «Φάληρο» μπορούσαν να μιλήσουν, θα σου έλεγαν πολλές τέτοιες, όμορφες αλλά και αμαρτωλές, ιστορίες: Αυτές θα σου διηγηθώ.

Φυσικά και δεν πρόλαβα το μαγαζί όταν άνοιξε το 1955. Όμως συνάντησα τον γιο του πρώτου ιδιοκτήτη, και μέσα από τις διηγήσεις του έπεσα κι εγώ με τα μούτρα σε εικόνες απ’ το παρελθόν. «Ο πατέρας μου, Θανάσης, έκανε την αρχή μαζί με άλλα δύο άτομα», μου λέει ο σημερινός ιδιοκτήτης, Ηλίας Μήλιος. Η Λάρισα τότε ήταν μικρή και το «Φάληρο» βρισκόταν στη Νέα Σμύρνη. «Εκεί που σήμερα είναι το ταχυφαγείο Μητρούλας», προσθέτει. Για την ιστορία, η μεταφορά στην τωρινή τοποθεσία, στην οδό Βόλου, έγινε το 1968: «Είχε κτήματα η γιαγιά μου εδώ». Όσο για το όνομα, το πήραν από το αντίστοιχη περιοχή των Αθηνών. Εκεί φιλοξενούνταν όλα τα καλά μπουζούκια, ενώ τα μαγαζιά συνήθιζαν να παίρνουν τα ονόματα των από τους τόπους που τα φιλοξενούσαν. Ανάμεσα σ’ αυτούς, το Φάληρο ήταν ένα must, και δε σου μιλάω μόνο για την πρωτεύουσα.

Ο Ηλίας ανέλαβε το 1980 και πρόλαβε αυτές που λέμε «χρυσές εποχές της ελληνικής διασκέδασης». Στο «Φάληρο» μάλιστα, εκείνο τον καιρό, απασχολούνταν κάθε νύχτα δεκάδες άτομα: «Σε κάποια φάση, μέχρι και 15 τραγουδίστριες, 3 τραγουδιστές, πλήρης ορχήστρα, μπαλέτο, συν τους σερβιτόρους και όλο το υπόλοιπο προσωπικό», μου τονίζει. Κι όταν τον ρωτάω πώς αισθάνεται που είναι ο ιδιοκτήτης του τελευταίου «πιατάδικου» της Θεσσαλίας και ίσως της χώρας, λέει πως σίγουρα υπάρχουν άλλα 2-3, αλλά στη Θεσσαλία είναι μοναδικό: «Το σπάσιμο των πιάτων στην Ελλάδα δε σταμάτησε ποτέ να υπάρχει, γιατί πολύ απλά εμείς δε σταματήσαμε ποτέ!».

Ακόμα κι όταν έφυγε η μόδα, αυτοί συνέχισαν. Μάλιστα το σπάσιμο απαγορευόταν παλιά, με τον περιβόητο «νόμο 4000» περί… τεντιμποϊσμού. Απαγορευόταν επίσης κάθε είδους… περίεργη εκδήλωση, σε σημείο που αν συνέβαινε κάτι τέτοιο σήμερα, θα γελούσες. Όπως στα καφενεία, που δεν τολμούσες να φτύσεις στο πάτωμα. Ας μη σε κουράζω όμως με τέτοιες λεπτομέρειες. Τη νύχτα που έσπασαν τα περισσότερα πιάτα, η πίστα δεν τα χωρούσε! Έβλεπες ένα λευκό βουνό, ενώ «ένοχο» ήταν ένα τραπέζι, και συγκεκριμένα ένας, μοναδικός πελάτης. Ο Ηλίας μου εκμυστηρεύεται πως ο θαμώνας είχε μεγάλη καψούρα, και πως εκείνη τη νύχτα η ορχήστρα βαρούσε για λογαριασμό του ένα τραγούδι επί τρία τέταρτα! Ήταν η «Γάτα» του Χρηστάκη. Ζημιά τα γαλανά μάτια, έτσι;

Για να καταλάβεις, υπήρξε λογαριασμός 1.000.000 σε εποχή που ο μισθός του δημοσίου ήταν 200.000 δραχμές. Και δεν είναι μύθος αυτός που λέει ότι… το ΠΑΣΟΚ γέμισε τα μπουζούκια. Άκου τον Ηλία: «Από το ’81 και μετά ζήσαμε μεγάλες στιγμές. Επίσης 3-4 χρόνια μετά άρχισαν και οι γυναίκες να έρχονται». Μέχρι το 1985 τα κέντρα διασκέδασης ήταν αντρική υπόθεση. Μετά έγινε πιο φωτεινό το περιβάλλον. Πριν όμως… εκπολιτιστούμε σαν ενήλικες θαμώνες, το «Φάληρο» είχε γίνει τόπος πολλών φασαριών. Κι ως συνήθως, το ξύλο έπεφτε συνήθως για τις παραγγελιές:

Ο νόμος της παραγγελιάς έλεγε πως μόνο αυτός που ζήτησε το τραγούδι μπορούσε να σηκωθεί και να το χορέψει. Αν σηκωνόταν και κάποιος άλλος, ήταν σίγουρο πως θα πέσουν μπουνιές και κλωτσιές

Κανονικός σκοτωμός. Και είναι κοινό μυστικό πως η νύχτα έχει δικούς της κανόνες και κώδικες ηθικής. Όταν όμως ρωτάω τον Ηλία αν μπορεί να ξεχωρίσει από άποψη ήθους τους ανθρώπους της μέρας και της νύχτας, μου απαντάει πως παντού υπάρχουν καλοί και κακοί άνθρωποι. Βέβαια στη νύχτα, αυτοί είναι δακτυλοδεικτούμενοι. Κατάσταση σε φάση «φύγε μακριά και μην κοιτάξεις πίσω». Όμως μου κάνει εντύπωση όταν, πηγαίνοντας λίγο πιο πέρα τη συζήτηση, μου λέει πως η διάταξη των τραπεζιών ήταν σχεδόν μία μικρογραφία της κοινωνίας: «Οι εύποροι καθόταν μπροστά, τα μεσαία στρώματα πιο πίσω και πάει λέγοντας».

Τα λουλούδια από την άλλη, έπεφταν και πέφτουν βροχή- ακόμα και σήμερα. Πρώτα ήρθαν οι γαρδένιες και μετά τα τριαντάφυλλα, μιας και ήταν πιο φθηνά. Αυτό συνέβη από τη δεκαετία του ’70 και μετά, στο σημερινό μαγαζί. Η ιστορία του Ηλία φανερώνει και μια άλλη πτυχή: «Καταρχήν τα πουλούσαν ένα-ένα, σε ένα χαρτάκι που λειτουργούσε σαν βάση. Επίσης, οι αγοραστές τα λουλούδια δεν τα πετούσαν, αλλά τα πρόσφεραν». Πανέρια δεν υπήρχαν, αλλά θα σου πω επίσης πως ούτε το μαγαζί έβγαζε κάποια χρήματα από αυτά. Σου κάνει εντύπωση;

Προσωπικά θυμάμαι πως υπήρχε μία μεγάλη ομάδα ανθρώπων που δούλευαν στη νύχτα, αλλά όχι σαν υπάλληλοι των καταστημάτων. Επαγγέλματα νυχτερινά, που ζούσαν ολόκληρες οικογένειες. Έχω πάντα στο μυαλό μου την εικόνα του ανθρώπου με τη μεγάλη σακούλα που πουλούσε λαχνούς. Ο Ηλίας με συμπληρώνει: «Το ίδιο γινόταν κι εδώ. Έδινες ένα κατοστάρικο, τραβούσες λαχνό και κέρδιζες διάφορα. Από σοκολάτες μέχρι τσιγάρα». Έλα που τώρα τους μικροπωλητές τους κυνηγάνε… Μέσα στους επαγγελματίες της νύχτας, αν και η δουλειά του δεν ήταν καθαρά νυχτερινή, ήταν και ο φωτογράφος. Η κλασική φιγούρα με την Πολαρόιντ, που έβγαζε φωτογραφίες και έπειτα τις πουλούσε στους πελάτες.

Όσο για τα ονόματα των καλλιτεχνών που πέρασαν απ’ το μαγαζί, πάρε βαθιά ανάσα: Ο Στράτος Διονυσίου, το 1969, εποχή που γινόταν όνομα, κάθε Δευτέρα τραγουδούσε εδώ. Ήταν το ρεπό του από την Αθήνα. Ο Τόλης Βοσκόπουλος, επίσης. Με την ευκαιρία, αν τσεκάρεις το YouTube θα βρεις ένα ηχητικό απόσπασμα μιας ώρας, από κοινή τους εμφάνιση το 1972!

Και αφού αναφερθήκαμε στον Βοσκόπουλο, παίρνω πάσα για να ρωτήσω τον Ηλία αν όντως ο συγκεκριμένος τραγουδιστής είχε τις πιο ωραίες συντρόφους. Η απάντηση που παίρνω είναι αυτή που περίμενα: «Ήταν άρχοντας ο Τόλης. Σκέψου ότι εκείνη την περίοδο είχε δεσμό με τη Λάσκαρη». Τι άλλο να ζητήσει, εδώ που τα λέμε… Όσο για τη λίστα των ονομάτων, αυτή συνεχίζεται από την Άντζελα Δημητρίου και φτάνει μέχρι τους δικούς μας local heroes, τον Μίμη Γκιουλέκα και τη Λίτσα Πουλέα.

Πλάσε στο μυαλό σου μια εικόνα. Να τραγουδάει για παράδειγμα ο Στράτος κι από κάτω να βρίσκεται ο Ανδρέας Παπανδρέου. Στον αναφέρω ενδεικτικά, γιατί απ’ το «Φάληρο» έχουν περάσει δεκάδες πολιτικοί. Ο Ηλίας όμως θα σου τα πει καλύτερα: «Το διπλανό μαγαζί, που τώρα είναι σούπερ-μάρκετ, το λειτουργούσαμε σαν κέντρο συνεστιάσεων. Κάναμε γάμους, ομιλίες…». Μαζευόντουσαν λοιπόν τη μέρα, και το βράδυ κατέληγαν εδώ, όμως κρατούσαν χαμηλό προφίλ.

– Απ’ όλους τους πολιτικούς που ήρθαν εδώ, ποιος ήταν αυτός που ξεχώρισες;

– Ο Ανδρέας, θέλει κι ερώτημα; Τον έβλεπες τον άνθρωπο. Φαινόταν μερακλής, ωραίος τυπάς.

Και συνεχίζει, λέγοντάς μου πως οι πολιτικοί εκείνης της εποχής δεν έχουν καμία σχέση με αυτούς της σημερινής. Πες το κύρος, πες το αύρα, η ουσία είναι πως έμπαιναν στο μαγαζί και άλλαζαν κατευθείαν το τοπίο. Μιλάμε επίσης για προσωπικότητες απ’ όλο το φάσμα της ζωής της χώρας, που δεν περνούσαν απαρατήρητες ακόμα κι αν ήσουν σχεδόν ανυποψίαστος. Να συνεχίσω; Αλίκη Βουγιουκλάκη, Ζωή Λάσκαρη και τα ρέστα λαχνούς και όχι παγωτό. Άσε που δεν είχε φαγητό το μαγαζί.

Όπως ανέφερα και λίγο πιο πάνω, τότε το χρήμα έρεε άφθονο. «Λεφτόδεντρα» μπορεί να μην υπήρχαν, αλλά με το που έσκαγε το  τσεκ, πέρα από τους διάσημους όλη η κοινωνία ήταν εκεί: Άνθρωποι του μεροκάματου, επιχειρηματίες, φοιτητές. Λαρισαίοι, Βολιώτες, Τρικαλινοί και Καρδιτσιώτες γούσταραν να τα σπάνε στο Φάληρο. Φαντάσου πως το μαγαζί ήταν ανοιχτό κάθε νύχτα, και μια φορά μάλιστα έκλεισε μέρα-μεσημέρι! Μιλάμε για τέτοιου είδους διασκέδαση, που ο κόσμος αντί να μείνει στο σπίτι ξέδινε στα μπουζούκια. Τώρα έχουν αλλάξει οι εποχές και οι συνήθειες. Το «Φάληρο» δεν ανοίγει Δευτέρα και Τρίτη. Άσε που η κατανάλωση πλέον έχει μειωθεί.

Από την άλλη, ακόμα κι αυτοί που σήμερα «τα έχουν», αποφεύγουν να το δείξουν. Δε βλέπουμε δηλαδή τις υπερβολές του παρελθόντος, γιατί σχεδόν κανείς δε θέλει να προκαλέσει με μια τέτοια εικόνα. Φοβούνται δηλαδή την κατακραυγή, που όπως μου επιβεβαιώνει ο Ηλίας, είναι λογικό. Υπάρχουν μεν οι θαμώνες, αλλά κι αυτοί που έρχονται έκτακτα. Όπως και να το κάνουμε, το «Φάληρο» είναι αξιοθέατο για τη Λάρισα. Που αλλού θα βρεις λουλουδού μίας κάποιας ηλικίας που κάνει 5 φορές καλύτερα τη δουλειά της σε σχέση με της νέες; Που αλλού θα τα σπάσεις, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Και μεταξύ μας, στο μαγαζί έρχεσαι πρώτα για το περιβάλλον και μετά για τη μουσική. Άσε που πρόσφατα έκαναν και αναπαλαίωση.

Πριν φτάσω στο τέλος, δεν πρέπει να ξεχάσω να σου πω για το τρίπτυχο «ΑΕΛ-Ουίσκι και Διονυσίου δίσκοι»: Ρίχνω μια ματιά στις φωτογραφίες που μου παρουσιάζει ο Ηλίας, και η πρώτη που βλέπω είναι με την ιστορική ομάδα του ‘88, στο γλέντι που έκαναν μετά την κατάκτηση του πρωταθλήματος. Φαντάσου πως το τεράστιο πανό που έπιανε σχεδόν μία θύρα στο γήπεδο, απλώθηκε ολόκληρο μέσα στο μαγαζί! Στη σκηνή χωρούσε μόνο ο τραγουδιστής! Βάλε και το Ηνωμένο Βασίλειο να ρέει άφθονο στα ποτήρια, σε μια γιορτή που κράτησε μέχρι το πρωί.

Υπάρχει κι άλλη μια ιστορία, αγαπημένη του Ηλία, στην οποία εμπλέκεται η ποδοσφαιρική ομάδα της Λάρισας: Μία μέρα δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από έναν τοπικό παράγοντα ποδοσφαίρου, ο οποίος του ζήτησε να κρατήσει ρεζερβέ το μισό μαγαζί. Μόνο που εκτός από τους… απλούς καλεσμένους, είχε φέρει τον αγαπημένο του Ηλία Αντώνη Ρέμο, όπως και τους Βέρτη, Πλιάτσικα και Μαχαιρίτσα: «Όταν όλοι είπαν 2 τραγούδια, ο Ρέμος έκανε όλο το πρόγραμμα. Περίπου 4 ώρες, με κομμάτια λαϊκά. Δεν είπε ούτε ένα δικό του!». Το πόσα πιάτα και καρδιές έσπασαν εκείνη τη μέρα το καταλαβαίνεις πολύ εύκολα.

Τι κρατάμε για το τέλος; Ένα μέρος που ακόμα και σήμερα, σε πείσμα των καιρών, κρατάει ζωντανή τη νυχτερινή ζωή της Λάρισας, χωρίς να παριστάνει την… Α Εθνική. Γιατί στο «Φάληρο» η ιστορία γράφεται ακόμα.

Φινάλε: Ο Ηλίας με χαιρετάει και μου φωνάζει πως Πεζοδρόμιο σημαίνει κανονικό πανεπιστήμιο της ζωής. Κάτι περισσότερο θα ξέρει από μένα…

 

 

 

Go to TOP
Άνοιγμα