Ζωντανά από τον Γολγοθά

Το αιρετικό αιλουροειδές σέρνεται βαρυστομαχιασμένο στους θεσσαλικούς δρόμους, παρατηρεί, θυμάται, συγκρίνει, αμφισβητεί και ρεύεται

Από τα πράγματα που θυμάμαι εντονότερα ως παιδί ήταν η ειλικρινής αγωνία όλης της οικογένειας μη τυχόν και βγάλουν οι γείτονες το αρνί νωρίτερα από μας. Αυτό μου είχε προκαλέσει κατά κάποιον τρόπο την βεβαιότητα ότι θα ερχόντουσαν μετά να φάνε το δικό μας. Αυτή ήταν η μόνη λογική εξήγηση για το γεγονός ότι πάντα ψήναμε τριπλάσιες ποσότητες κρέατος από όσες μπορούσαμε αντικειμενικά να καταναλώσουμε. Δεν ήμασταν υπερβολικοί, ήμασταν προνοητικοί. Γενικώς, ομολογώ, πως με το Πάσχα με συνδέει πλέον αποκλειστικά η λατρεία μου για το φαγητό και καθόλου το θρησκευτικό μου συναίσθημα, στην καλλιέργεια του οποίου απέτυχαν οικτρά τόσο οι γονείς μου όσο και ο Φράνκο Τζεφιρέλι. Γιατί, πριν σας πω οτιδήποτε άλλο, θεωρώ έντιμο εκ μέρους μου να καταστήσω σαφές πως η ψυχούλα μου ουδόλως συγκινείται από θρησκευτικές δοξασίες. Έχω απαλλάξει τον εαυτό μου εδώ και πολλά χρόνια από την μεταθανάτια αγωνία: πιστεύω πως θα γίνω απλά σκόνη και θα κάθομαι στα έπιπλα σας. Όταν εν πάση περιπτώσει σωθούν επιτέλους και οι εννιά ζωές μου.

Εντούτοις δεν ήμουν πάντα ένα κυνικό, ορθολογιστικό, άπιστο και φαύλο κουμάσι. Υπήρξαν εποχές που οι ιστορίες των δέκα εντολών, της εξόδου από την Αίγυπτο, του χωρισμού των υδάτων της Ερυθράς Θάλασσας, των πληγών του Φαραώ, με συγκινούσαν πραγματικά και μου προκαλούσαν δέος. Παρακολουθούσα ανελλιπώς τον «Ιησού από τη Ναζαρέτ» με γνήσια αγωνία για το τέλος, πάντοτε ανακουφισμένος που οι Γραφές επιβεβαιώθηκαν. Οι πρωταγωνιστές των ιστοριών αυτών ήταν στα μάτια μου τόσο αληθινοί όσο οι γείτονες που θα μας έτρωγαν το αρνί. Όμως από νωρίς κατάλαβα πως είχα τον σπόρο του διαβόλου μέσα μου γιατί ένιωθα συμπάθεια προς όλα τα λάθος πρόσωπα, εκείνα που οι υπόλοιποι με βδελυγμία απεχθάνονταν και καταριόντουσαν. Ένιωθα το αδιέξοδο του Πόντιου Πιλάτου. Εξοργιζόμουν με την αναπόδραστη μοίρα του Ιούδα. Συμμεριζόμουν την χαρά του Βαραββά. Εύρισκα λογικές τις αμφιβολίες του άπιστου Θωμά. Στο κάτω κάτω δεν είχε ξαναδεί νεκρό να ανασταίνεται. Και μιλάμε για μια εποχή που πέθαινες από παρανυχίδα. Θέλω να πω πώς όλα αυτά ήταν πρωτόγνωρα, δεν είχαν ξαναγίνει. Εντάξει, είχε προηγηθεί, μια βδομάδα πριν, η πρόβα με τον Λάζαρο αλλά και πάλι. Αυτή την ιστορία με τον Λάζαρο ποτέ δεν την κατάλαβα. Τι πάει να πει ήταν φίλος του; Πέθανε, δεν παρεξηγήθηκαν. Δεν είναι κάτι που διορθώνεται έτσι εύκολα. Τέλος πάντων τον ανέστησε. Μετά απλά τον άφησαν να κυκλοφορεί έτσι ζωντανός; Σα να μην συνέβη τίποτα;

Το ξέρετε πως ο Λάζαρος έζησε άλλα τριάντα χρόνια και μάλιστα αγέλαστος; Τριάντα χρόνια κατσούφης φίλε δεν δικαιολογείς με τίποτα τον κόπο που έκανε ο άλλος να σε φέρει πίσω. Λένε πως πήγε στην Κύπρο, ίσως γιατί είχε καλύτερο τραπεζικό σύστημα. Και ο Ιούδας τι πραγματικές επιλογές είχε; «Κύριε, δεν θα σε προδώσω». Θα ήταν το μεγαλύτερο plot twist στην παγκόσμια ιστορία. Μπορείτε να φανταστείτε τι μεγέθους ανατροπή θα ήταν αυτή; Πόσοι προφήτες θα πήγαιναν κουβά; Ο Ιησούς δεν θα σταυρωνόταν ποτέ, στη θέση της βασιλικής του Αγίου Πέτρου θα υπήρχε ένα τεράστιο υπαίθριο πάρκινγκ, ο Μιχαήλ Άγγελος θα λάξευε μονομάχους αντί της πιετά, και το τραγικότερο, δεν θα είχαμε επιτάφιο: τι θα έκαναν τα ουζερί; Τόσοι ζωγράφοι, γλύπτες, συνθέτες άνεργοι, τόσα καλαμαράκια αφάγωτα. Και εν πάση περιπτώσει γιατί έπρεπε κάποιος να τον προδώσει; Δεν μπορούσε να πεθάνει από γηρατειά και να αναστηθεί; Να τον συλλάβουν οι Ρωμαίοι που έτσι και αλλιώς ήταν κακοί; Θέλω να πω, η πρωτοτυπία του εγχειρήματος δεν βρισκόταν στο να πεθάνει αλλά στο να αναστηθεί. Τέτοιες αιρετικές σκέψεις γεννούσε το μυαλό μου και όσο τις εξέταζα τόσο πιο λογικές μου φαίνονταν. Και με τα χρόνια απολάμβανα όλο και περισσότερο το φαγητό του Πάσχα και όλο και λιγότερο την θρησκευτική κατάνυξη την οποία οι συμπολίτες μου βίωναν αμείωτη λαδωμένοι από γαρίδες σαγανάκι.

Θυμάμαι μια εποχή που όλη την Μεγάλη Εβδομάδα στο ραδιόφωνο και στις καφετέριες άκουγες μόνο κλασσική μουσική. Ήταν η εποχή που οι άνθρωποι πίστευαν πως ήταν ανάρμοστο μέσα στην Μεγάλη Εβδομάδα να ακούγονται τραγούδια και έτσι τα αντικατέστησαν με την κλασική μουσική, για την οποία ήταν βέβαιοι πως δεν ήταν μουσική. Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες οι Θεσσαλοί μουσικοί παραγωγοί έβγαζαν από το συρτάρι την κασέτα «Πένθιμα» γεμάτη από Μότσαρτ, Μπετόβεν, Στράους, Σούμπερτ και άλλους μη μουσικούς. Για επτά ημέρες στους ανθισμένους κάμπους, στα σπαρμένα χωράφια, στις λαϊκές πάνω απ’ τα πράσα, στα καφενεία πάνω απ’ τους γίγαντες άκουγες πεθαμένους αυστριακούς συνθέτες. Αυτό καταδεικνύει την βεβαία πεποίθηση του Θεσσαλού πως η κλασσική μουσική μπορεί να ταιριάζει μόνο σε μεγάλο πένθος, όπως όταν πεθαίνει ο θεός σου, αλλιώς γιατί να ακούσει κανείς τέτοια πράγματα; Σε αντίθεση με το κλαρίνο που την Κυριακή του Πάσχα είναι υποχρεωτικό. Δεν είναι τυχαίο που το ραδιόφωνο συνδεόταν στο ίδιο πολύμπριζο με το μηχανάκι της σούβλας. Αν λειτουργούσε το ένα έπρεπε να λειτουργεί και το άλλο. Εμείς στην οικογένεια μας ποτέ δεν ακούγαμε κλαρίνα. Όμως την Κυριακή του Πάσχα μόνο κλαρίνα βάζαμε. Ίσως από φόβο μην ακούσουν οι γείτονες άλλα τραγούδια και πουν πως είμαστε τίποτα άπιστοι. Το φαινόμενο με τα χρόνια εξασθένησε καθώς οι Έλληνες συνθέτες διεκδίκησαν με μεγάλη επιτυχία την θέση τους στους μη μουσικούς. Επίσης, το βράδυ του Επιταφίου, όλα τα μαγαζιά ήταν κλειστά με εξαίρεση τα ουζερί που όμως ήταν άδεια μέχρι να τελειώσει η περιφορά. Χρόνο με το χρόνο, καθώς συντελούνταν η θρησκευτική ωρίμανση του μέσου χριστιανού, τα μαγαζιά άρχισαν να ανοίγουν και το μήκος της φούστας να κονταίνει, γεγονός το οποίο, ομολογώ, δοκίμασε την αθεΐα μου υποχρεώνοντας με πολλάκις να παραδεχτώ «Μέγας είσαι Κύριε και θαυμαστά τα έργα Σου».

Το βράδυ της Αναστάσεως είναι εκεί που ξεχωρίζει ο αληθινός πιστός από αυτόν που φθάνει δεκαπέντε λεπτά πριν το δεύτε λάβετε, και δεν είναι τυχαίο πως νωρίτερα θα συναντήσεις μέσα στις εκκλησίες μόνο ανθρώπους ηλικίας άνω των εβδομήντα και κάτω των δέκα. Οι πρώτοι είναι αυτοί που φοβούνται περισσότερο και οι δεύτεροι αυτοί που δεν έχουν επιλογή. Πλησιάζοντας τα μεσάνυχτα τα πλήθη συρρέουν με τις λαμπάδες ανά χείρας έτοιμοι να τις ανάψουν με μια φωτιά αμφιβόλου προελεύσεως που καίει εξίσου με κάθε άλλη. Το Άγιο Φως λειτουργεί σαν θρησκευτικό διεγερτικό. Στους πιστούς προκαλεί δέος και στους άπιστους αμηχανία. Εντούτοις άπαντες φιλιούνται σταυρωτά με προσοχή μην λαμπαδιάσουν. Παρά το γεγονός ότι τα γνωρίζω όλα αυτά ομολογώ πως μου αρέσει να πηγαίνω στην Ανάσταση. Δεν είναι η λιγοστή φλόγα της πίστεως που απέμεινε να σιγοκαίει μέσα μου, όπως ίσως κάποιοι θα βιαστούν να εικάσουν σχεδόν χαιρέκακα. Είναι η γλυκιά ανάμνηση όλων των ανθρώπων που είχα κάποτε κοντά μου και έχασα και που δεν θα αναστηθούν γιατί δεν είχαν τις σωστές γνωριμίες, γεγονός εξίσου σημαντικό είτε ζεις στον κάμπο είτε έζησες  στην Παλαιστίνη.

Κάθε χριστιανός γνωρίζει πως το πραγματικό Πάσχα αρχίζει μετά την Ανάσταση, όταν, βέβαιοι πως ο θάνατος μπορεί να νικηθεί αποδεικνύουμε την πίστη μας τρώγοντας γενναία μέχρι εμφράγματος. Κάποτε η θρησκευτική έκσταση περιοριζόταν στο αναστάσιμο τραπέζι. Πλέον η χαρά των πιστών είναι τόσο μεγάλη που βρήκε διεξόδους σε μεταμεσονύχτια πάρτι αναστάσεως στα οποία ενίοτε συμμετέχω χωρίς να λέω σε κανέναν πως δεν πιστεύω φοβούμενος μη με διώξουν απ’ το μαγαζί. Από την Κυριακή του Πάσχα αυτό που πάντοτε μου προκαλούσε μεγάλη εντύπωση ήταν η αγωνία του πρωινού ξυπνήματος. Τα κάρβουνα έπρεπε να ανάψουν αχάραγα και το αρνί να μπει στη φωτιά όσο το δυνατόν νωρίτερα. Έτσι, ανεξήγητα. Λες και φοβόμαστε μην αναστηθεί και το αρνί. Και ενώ η Κυριακή μου άρεσε πάντα, συγχρόνως μου προκαλούσε και μεγάλη θλίψη, γιατί κατά το απόγευμα που τα κάρβουνα είχαν κρυώσει και τα λίπη είχαν ξεραθεί ήξερες πως το Πάσχα έχει τελειώσει και κανείς ξανά δεν θα αναστηθεί.

Να’ μαι τώρα εδώ πάνω στο Γολγοθά. Τα βλέπω όλα καθαρά. Θα σας περιγράψω ότι ακριβώς συμβαίνει χωρίς να προσθέσω ή να αφαιρέσω κάτι: Ο Ιησούς είναι στο σταυρό ανάμεσα στους δυο ληστές. Κανείς τους δεν του μιλάει, είναι αρκετά απορροφημένοι στο να πεθάνουν. Από τους μαθητές εδώ είναι μόνο ο Ιούδας. Κρατά στην αγκαλιά του την Μαρία που κλαίει με αναφιλητά. Ο Ιησούς τους μιλά καθησυχαστικά και τρυφερά. Ο Ιούδας τον ακούει σιωπηλός. Ξέρει πως έκανε αυτό που έπρεπε να γίνει. Ο Πέτρος σχεδιάζει ήδη την βασιλική του στη Ρώμη. Πλησιάζω διακριτικά. Κανείς δεν δίνει σημασία σε ένα συνηθισμένο γατί.  Θέλω να ακούσω το «τετέλεσται». Ο Ιησούς ετοιμάζεται να αφήσει την τελευταία του πνοή, ανοίγει το στόμα του να μιλήσει αλλά δεν προλαβαίνει να πει τίποτα. Ο ουρανός δεν μαύρισε, σύννεφα δεν μαζεύτηκαν, η γη δεν σείστηκε. Είναι ένα όμορφο σούρουπο και η ζωή συνεχίστηκε για άλλα δυο χιλιάδες χρόνια.

 

 

 

Go to TOP
Άνοιγμα