Ερωτικοί Μετανάστες

Πόσο εύκολο θα ήταν για τον καθένα από εμάς να αφήσει την πόλη ή τη χώρα του για να είναι μαζί με τον άνθρωπο που αγαπά;

 

Η μέρα του Αγίου Βαλεντίνου προσφέρει πλούσια τροφή για σκέψη σχετικά με τις ανθρώπινες σχέσεις και την αξία που έχουν σήμερα. Γιορτάζοντας τον έρωτα και την αγάπη με τυπικά δώρα μια φορά το χρόνο όπως είναι η συνήθεια, χάνεται η αξία της καθημερινής αναγνώρισης των συναισθημάτων. Όμως οι άνθρωποι που αποδεικνύουν την αγάπη και την αφοσίωσή τους στο έτερον τους ήμισυ στο μέγιστο βαθμό, είναι αυτοί που άφησαν τη χώρα τους και την πόλη τους και απέδειξαν έτσι έμπρακτα την αγάπη και την εμπιστοσύνη στο σύντροφό τους.

Το Πεζοδρόμιο συνάντησε κάποιους από αυτούς, ανθρώπους που έκαναν τη Θεσσαλία σπίτι τους. Οι ίδιοι είναι που μας αφηγήθηκαν με πολύ γλυκό τρόπο ιστορίες έρωτα και αγάπης ισάξιες με αυτές της μεγάλης οθόνης για όλους τους αθεράπευτα ρομαντικούς!

Ο Σταμάτης και η Ερμίνα αγαπάνε την Καρδίτσα

Μια τέτοια ιστορία είναι αυτή που μας διηγούνται ο Σταμάτης Νεδιλάκης και η Ερμίνα Κεχαγιά, παντρεμένοι από το 2012, μετά από γνωριμία τριών μηνών. Ο Σταμάτης και η Ερμίνα χωρίς να έχουν καμία πρότερη σχέση με την Καρδίτσα, γνωρίστηκαν εκεί και μοιραία έμειναν αλλά και ξεκίνησαν τη δική τους επιχείρηση. Χαρακτηρίζουν πραγματικά ώριμη την απόφασή τους να μείνουν και να επενδύσουν στην επαρχία. Δίνουν μάχη για να διαφημίσουν τον τόπο που ζουν, κι ας μην κατάγονται από εδώ. Ο Σταμάτης σπούδασε στο ΣΤΕΞ από το 2001 έως το 2006 και η Ερμίνα μπήκε στην ίδια σχολή το 2006. Ωστόσο, δε βρέθηκαν καν στη Σχολή!

«Έφυγα 19 χρονών από την Αλεξανδρούπολη. Η Ερμίνα είναι από τη Θεσσαλονίκη αλλά λόγω στρατιωτικού πατέρα, έζησε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Η γνωριμία μας έγινε εδώ, τυχαία, αν και είχαμε πολλούς κοινούς γνωστούς. Σε ένα μπαρ της πόλης, ανήμερα των γενεθλίων μου, τον Σεπτέμβριο του 2012. Παντρευτήκαμε μόλις σε 3 μήνες, στις 27 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους. Η απόφαση να μείνουμε στην Καρδίτσα πάρθηκε σχετικά πρόσφατα. Ακόμα και όταν παντρευτήκαμε δεν είχαμε καταλήξει πού θα εγκατασταθούμε. Εγώ δούλευα εδώ, σε μία εταιρεία, αλλά τότε ήταν που ‘έσκασε’ και η ιδέα να ανοίξουμε το μαγαζί, λίγο μετά τον γάμο μας. Έτσι καταλήξαμε και στην Καρδίτσα. Ήταν μεν τυχαίο, αλλά στο συγκεκριμένο timing σε αυτή την πόλη υπήρχαν για μας οι καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές. Είναι και οι άνθρωποι ζεστοί, περνάμε όμορφα και χαλαρά. Άσε που η Καρδίτσα βρίσκεται στο κέντρο της Ελλάδας και από εδώ μπορείς να πας όπου θέλεις.

Έπειτα μας μιλά για την ομορφιά της επαρχίας: «Eίσαι χαλαρός και μπορείς να κάνεις περισσότερα πράγματα. Άσε που την Καρδίτσα μπορείς να την περπατήσεις σε ένα μισάωρο. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά απ’ το να λες με άνεση ‘Σε δέκα λεπτά θα έρθω’ και όντως να γίνει. Επιπλέον, τα μεγάλα αστικά κέντρα είναι πολύ κοντά. Η Καρδίτσα είναι για μας το ιδανικό ορμητήριο. Και ειλικρινά, δεν καταλαβαίνω όσους γκρινιάζουνε για τις ανεπάρκειες της πόλης. Έχω πολλούς φίλους που επιστρέφουν από τις μεγάλες πόλεις, και όχι για το οικονομικό. Η οικογένεια είναι που τους τραβά πίσω. Η προοπτική του να δώσουν στα παιδιά τους ένα ήρεμο και ασφαλές περιβάλλον, όπως και να ζήσουν την οικογένειά τους ανθρώπινα». Ο Σταμάτης δε μετανιώνει λοιπόν για τίποτα, κι ας του λείπει ως ένα βαθμό η θάλασσα.

Όσο για την Ερμίνα, έχει καταγωγή από τη Θεσσαλονίκη, αλλά ο πατέρας της ήταν στρατιωτικός και έζησε τα εφηβικά της χρόνια στην Αθήνα. «Δε μ’ αρέσει η καθημερινότητα στις μεγαλουπόλεις και δε θα γύριζα πίσω. Με γεμίζει η Καρδίτσα. Ζω εδώ 9 χρόνια και δε μου έχει λείψει τίποτα. Αν μου λείπει κάτι, αυτό δεν είναι υλικό. Είναι μόνο η αίσθηση που αποκομίζω στην Αθήνα, να χαθώ μέσα στο πλήθος, να περπατήσω ελεύθερα χωρίς να με ξέρει κανείς». Το ίδιο θα προσθέταμε και ‘μεις, χωρίς περιττές ωραιοποιήσεις.

Ο Τζουζέπε επιμένει… Τρικαλινά

Η ζωή κάνει ως γνωστόν τα καλύτερα σενάρια και ο τρόπος γνωριμίας πολλών ζευγαριών είναι ιδιαίτερα ξεχωριστός. Τόσο πολύ που σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχει η υποψία παρέμβασης της μοίρας. Ο Τζουζέπε Έρικο που μένει πλέον μόνιμα στα Τρίκαλα είναι Ιταλός, και σίγουρα δεν είχε σκεφτεί ποτέ ότι θα έβρισκε τον έρωτα σε ένα ελληνικό νησί! «Τη Χρύσα την γνώρισα πριν δεκατέσσερα χρόνια, το 2000, στην Εύβοια. Ήμασταν κι οι δύο εκεί για εργασία και συνδυάζαμε και διακοπές. Κάποια στιγμή χρειάστηκα διερμηνέα για την γλώσσα και λόγω των σπουδών της στην Ιταλία μου έστειλαν αυτή!»

Στη συνέχεια μας επσημαίνει ότι δεν ήταν δύσκολη η απόφαση να μείνει μόνιμα στην Ελλάδα. Είχε επαφή με τη χώρα μας δύο χρόνια πριν γνωρίσει τη Χρύσα, και μπορούσε να έρθει να μείνει απ’ την αρχή της σχέσης τους. Δεν ήταν όμως τόσο εύκολο του ότι έπρεπε να λυθεί το βιοποριστικό. Τελικά η δουλειά βρέθηκε, παντρεύτηκαν και από το 2005, η κατοικία γράφει Τρίκαλα! Αυτό που θυμάται από την ημέρα της οριστικής του μετακόμισης, ήταν ο ενθουσιασμός, αλλά και η δυσκολία του να μεταφέρει το αγαπημένο του μπαουλάκι-αντίκα στο αυτοκίνητο. Όσο για τον επαναπατρισμό, δεν τον σκέφτεται παρά μόνο σε περίπτωση ανάγκης. Έτσι κι αλλιώς ταξιδεύουνε συχνά στην Ιταλία.

Όμως κάτι τον ενοχλεί: «Δυσκολεύτηκα να συνηθίσω την ασυνέπεια των Ελλήνων στην ώρα και στα ραντεβού. Δεν μου λείπει η Ιταλική κουζίνα, ευτυχώς η Χρύσα την γνωρίζει πολύ καλά. Το ωράριο φαγητού όμως, που στην Ιταλία είναι συγκεκριμένο, στην Ελλάδα είναι άστατο. Τέλος, αν θα μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο πίσω, θα έπαιρνα σίγουρα την ίδια απόφαση. Πώς να μην σκέφτομαι κάτι τέτοιο όταν εδώ γεννήθηκε ο μικρός μου Κάρολος;»

Ο Σάββας έκανε το Κύπρος – Τρίκαλα μία βόλτα με ποδήλατο

Η πορεία που μπορεί να πάρει η ζωή ανά πάσα στιγμή είναι όντως ένα μυστήριο, αλλά σίγουρα η μετάβαση σε μικρές επαρχιακές πόλεις δεν αποτελεί σοβαρή πιθανότητα για τους περισσότερους. Ο Σάββας Ερωτοκρίτου, είναι παιδίατρος από την Κύπρο δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι σε ένα πάρτι θα άλλαζε όλη του η ζωή:

«Το 1994 που σπούδαζα στη Θεσσαλονίκη, γνώρισα την Χριστίνα. Με είχε καλέσει ένας φίλος μου σε ένα πάρτι του και η Χριστίνα ήταν γειτόνισσά του. Τα υπόλοιπα ήρθαν μόνα τους. Ήρθα στα Τρίκαλα να ζήσω μαζί της γιατί είχα πια την ανάγκη να βρίσκομαι συνέχεια κοντά της. Την τελευταία μέρα στη Θεσσαλονίκη είχα ένα περίεργο συναίσθημα. Έβλεπα τους συμφοιτητές μου να πακετάρουν τα πράγματά τους για να γυρίσουν στην Κύπρο και εγώ ετοίμαζα βαλίτσες για τα Τρίκαλα. Περπατούσα στο δρόμο και σκεφτόμουν ‘Τι κάνω; Που πάω;’.

Όμως τα πράγματα έστρωσαν γρήγορα. «Τον πρώτο καιρό στα Τρίκαλα ένιωθα ξένος, συν του ότι έπρεπε να μάθω να ζω σε μία πόλη μικρότερη από την Λευκωσία. Επειδή, όμως, έκανα το αγροτικό μου και έκανα παρέα με άλλα παιδιά που ήταν πάνω κάτω στην ίδια μοίρα, δεν μου έλειψε η παρέα και η προσαρμογή ήρθε ήρεμα και ήσυχα. Δεν υπάρχει περίπτωση να γυρίσω στην Κύπρο στο μέλλον. Είμαστε πάρα πολύ καλά εδώ και εννοείται δεν μετάνιωσα ποτέ για την απόφαση που είχα πάρει τότε στη Θεσσαλονίκη. Πλέον νιώθω σαν στο σπίτι μου».

Η Σόνια χάρη στον έρωτα γλίτωσε από τη φρίκη του πολέμου

Σε κάποιες ιστορίες μεσολαβούν πιο σημαντικά γεγονότα, όπως σε αυτή της Σόνιας και του Βασίλη. Η Σόνια Μουτσίμπαμπιτς είναι γυμνάστρια και γεννήθηκε στην πρώην Γιουγκοσλαβία.

«Με το Βασίλη γνωριστήκαμε το 1988, στο Σαράγεβο. Ήμασταν συμφοιτητές σε διαφορετικά έτη στο Πανεπιστήμιο, στη Σχολή Φυσικής Αγωγής, στο αντίστοιχο ΤΕΦΑΑ. Ο Βασίλης έκανε ενόργανη γυμναστική και ήταν ο πιο όμορφος Έλληνας. Πριν γίνουμε ζευγάρι, πίναμε κάθε μέρα στο κυλικείο της σχολής. Μετά από χρόνια σχέσης αποφασίσαμε ότι θέλουμε να είμαστε μαζί, αλλά δεν ήταν απόλυτα σίγουρο ότι θα επιστρέφαμε στην Καρδίτσα ή θα μέναμε στο Σαράγεβο. Εν τω μεταξύ, ερχόμουν Καρδίτσα και οι δικοί μου είχαν γνωρίσει το Βασίλη. Ωστόσο, μας πρόλαβε ο πόλεμος που ξεκίνησε τον Απρίλιο του ’92. Τότε ο Βασίλης ήταν φαντάρος στην Ελλάδα και εγώ είχα μείνει στη Γιουγκοσλαβία.»

Ποτέ στο μυαλό της δε χωρούσαν δεσμεύσεις. Τελείωσε τη σχολή τον Ιανουάριο του 1992 και διορίστηκε αμέσως στην πόλη Vitez. Όμως με την έναρξη του πολέμου, έμαθε ότι θα επιστρατεύονταν ως ελεύθερη σκοπευτής και για καλή της τύχη, φυγαδεύτηκε από τον αδερφό της με τη βοήθεια του Ερυθρού Σταυρού. «Παντρευτήκαμε με το Βασίλη με πολιτικό γάμο τον Ιούνιο του 1992, την περίοδο που ο Βασίλης ήταν φαντάρος. Η μετάβασή μου στην Καρδίτσα δεν ήταν εύκολη. Ζορίστηκα στην αρχή. Δεν ήξερα καθόλου ελληνικά και η επικοινωνία ήταν δύσκολη. Μέχρι να απολυθεί ο Βασίλης η κύρια απασχόλησή μου ήταν το μπάσκετ εδώ. Η πόλη, όμως, μου άρεσε πολύ. Οι άνθρωποι βέβαια έχουν άλλη νοοτροπία. Ωστόσο αγαπώ την Ελλάδα και δε μετάνιωσα ποτέ για την απόφασή μου. Νιώθω πλέον ελληνίδα, σαν να γεννήθηκα εδώ. Εδώ είναι το σπίτι μου. Προσαρμόστηκα, δουλεύω και  έχω αποκτήσει τρία παιδιά.»

Η επιστροφή δεν υπάρχει στο λεξιλόγιό της. Όλοι τις οι φίλοι σκορπίστηκαν από τον πόλεμο. Εδώ, την έσωσε η αγάπη.

Η Κάτια γεννήθηκε στη Γερμανία, μα η καρδιά της χτυπάει στην Ελλάδα

Σε περιπτώσεις σαν κι αυτές, μεγάλο ενδιαφέρον έχουν οι αντιδράσεις των γονιών και των φίλων σε μια τόσο δραστική αλλαγή που προκαλείται από έρωτα, με τόσο οριστικό τρόπο. Είναι εύκολο να φανταστεί κανείς την αντίδραση της κλασσικής ελληνίδας μάνας σε αντίστοιχη περίπτωση! Η Κάτια Μαντζούκα, Γερμανίδα που διαμένει πλέον στα Τρίκαλα ως ιδιοκτήτρια παιδότοπου, φάνηκε θαρραλέα και ακολούθησε την καρδιά της, όπως λέει και η ίδια.

«Το 1989 ζούσα στην Κρήτη και δούλευα ως ανιματέρ στο ξενοδοχείο που δούλευε και ο Γιώργος ως μπάρμαν. Ερωτευτήκαμε, πηγαινοερχόμουν τα επόμενα τέσσερα χρόνια και το 1993 που παντρευτήκαμε ήρθα να μείνω μόνιμα στα Τρίκαλα παρά τις σοβαρές διαφωνίες που είχαν οι συγγενείς μας για τον γάμο. Δεν άκουσα κανέναν, μόνο την καρδιά μου, και δεν το μετάνιωσα ποτέ. Η απόφασή μου στηρίχθηκε καθαρά στον έρωτά μας και έτσι δεν έδωσα σημασία σε τίποτα άλλο, μόνο να έρθω να ζήσω μαζί του. Εδώ είναι η ζωή μου, με τον Γιώργο και τα παιδιά μου. Οι φίλοι μου και οι γνωστοί μου δεν μου λείπουν. Όποτε πηγαίνω στη Γερμανία τους βλέπω. Αν γυρνούσα τον χρόνο πίσω θα έπαιρνα και πάλι την ίδια απόφαση. Ήξερα τι έκανα και αυτό αποδεικνύεται ότι μέχρι και σήμερα τον Γιώργο τον αγαπάω κάθε μέρα και πιο πολύ. Είναι ο άνθρωπός μου κι αυτά τα 25 χρόνια δεν τα αλλάζω με τίποτα.»

Δηλώσεις προς γνώση και συμμόρφωση όσων υποτιμούν τον τόπο που μένουν…

Ο Γιώργος έριξε άκυρο στη Θεσσαλονίκη όσο κι αν τη λατρεύει

Αλήθεια, όμως, πώς να φαίνεται η πόλη μας σε ένα άνθρωπο που δεν την ξέρει και έχει μεγαλώσει σε εντελώς διαφορετικό περιβάλλον, ακόμα και μέσα στην Ελλάδα; Ο Γιάννης Καλταπανίδης είναι web developer, συνιδιοκτήτης εταιρείας του χώρου και μένει στην Καρδίτσα από τον Αύγουστο του 2011. Ένθερμος υποστηρικτής της ζωής στην επαρχία, δηλώνει ότι ρίζωσε εδώ.

«Με τη Μαρία γνωριστήκαμε το 2003, στο Βόλο σε μια συνάντηση ιδιοκτητών σκαραβαίων. Εγώ έμενα και δούλευα στο Βόλο, όπως και η Μαρία. Η μετάβασή μας στην Καρδίτσα προέκυψε από συνδυασμό παραγόντων σε όλους τους τομείς της ζωής μας εκείνη την περίοδο, οπότε αποφασίσαμε να κάνουμε μια νέα αρχή. Φυσικά, υπήρχε ήδη ένας κύκλος γνωστών και φίλων εδώ, μιας και η Μαρία είναι Καρδιτσιώτισσα και ερχόμασταν συχνά. Από ένα σημείο και μετά επεδίωκα να φύγω από τη Θεσσαλονίκη και εν τέλει, στα τριάντα τα κατάφερα! Ήταν ένα όνειρο για εμένα να μείνω σε μια μικρότερη πόλη, όπου θα μπορώ να λειτουργήσω διαφορετικά. Δεν είχα στο μυαλό μου βέβαια την Καρδίτσα. Δεν την είχα επισκεφτεί καν. Με τη Μαρία ήταν η πρώτη μου επαφή με την πόλη.»

Η Καρδίτσα, όπως κάθε καινούργιος τόπος, του κίνησε την περιέργεια. Την θεωρούσε εξαρχής ενδιαφέρουσα πόλη με προοπτικές και ακόμα και σήμερα, πιστεύει ότι οι ντόπιοι την αδικούν αρκετά. Σήμερα, τρία χρόνια μετά αισθάνεται ευχαριστημένος που έριξε άγκυρα στη μέση του κάμπου. Όσο για τη λατρεία του για τη Θεσσαλονίκη, ας του επιτρέψουμε να την… απλώσει όσο μπορεί! «Τη λατρεύω. Εκεί είναι οι γονείς μου, οι παιδικοί μου φίλοι, οι αναφορές μου, και φυσικά την επισκεπτόμαστε με κάθε ευκαιρία. Αλλά είναι νωρίς ακόμα για να πω αν θα ήθελα να επιστρέψω. Νομίζω ότι κάποια πράγματα στη ζωή κάνουν τον κύκλο τους. Κι εδώ στην Καρδίτσα έχει ανοίξει ένας άλλος, με νέες εμπειρίες, ενδιαφέροντες ανθρώπους και το αίσθημα της κοινότητας που λείπει από την μεγαλούπολη. Θα δούμε στο μέλλον τι μας επιφυλάσσει η ζωή!»

Η Μίρι βρήκε στα Τρίκαλα την ηρεμία που έψαχνε

Αντίστοιχα, τα Τρίκαλα έχουν γοητεύσει τους ‘ερωτικούς μετανάστες’ που μένουν πλέον εκεί. Σε αυτή την κατηγορία ανήκει και η  Μίρι Ντουμιτρέσκου – Τζατζάκη, με καταγωγή από τη Ρουμανία.

«Με τον Βαγγέλη γνωριστήκαμε το 1995 στη Ρουμανία. Ήταν ιδιοκτήτης ενός μπαρ και εγώ ήμουν πελάτισσα. Από την πρώτη στιγμή που τον είδα, τον ερωτεύτηκα. Όταν αργότερα μου είπε ότι θέλει να γυρίσει στην Ελλάδα με ρώτησε αν θέλω να τον ακολουθήσω. Φυσικά και απάντησα θετικά χωρίς να το σκεφτώ ιδιαίτερα. Από εκεί και πέρα το μόνο που σκεφτόμουν ήταν το μέλλον μας στα Τρίκαλα. Δεν σκεφτόμαστε να γυρίσουμε στη Ρουμανία, εδώ είναι η ζωή μας, αλλά η ζωή δεν ξέρεις πως στα φέρνει. Δεν μπορώ να θεωρώ τίποτα δεδομένο, σκέψου ότι από πολύ μικρή έχω ζήσει στη Ρουμανία, το Ισραήλ, την Γαλλία και την Ελλάδα. Μετά από τόσα χρόνια αποδείχτηκε ότι πήρα τη σωστή απόφαση. Στα Τρίκαλα παντρευτήκαμε, γεννήθηκαν τα παιδιά μας, ανοίξαμε το τυπογραφείο μας και είμαστε ευτυχισμένοι. Δεν θα μπορούσα να μείνω πουθενά αλλού. Μόνο στα Τρίκαλα!»

Η Μπόζι έκανε τη ζωή της μία έγχρωμη φωτογραφία

Είναι εμφανές ότι οι ιστορίες αυτές έχουν αίσιο τέλος και τα ερωτευμένα ζευγάρια συνεχίζουν αγαπημένα την κοινή τους ζωή στην ευρύτερη γειτονιά μας. Σκέψεις για επιστροφή δεν υπάρχουν, το οποίο είναι η μεγαλύτερη επιβράβευση και ηθική ικανοποίηση των επιλογών τους και των συναισθημάτων τους. Η Μπόζι Ντάρκα Κοβάσεβιτς, ιδιοκτήτρια φωτογραφείου, από τη Σερβία, άλλαξε ολοκληρωτικά τη ζωή της, ωστόσο δε σκέφτεται να γυρίσει πίσω.

«Με τον σύζυγό μου γνωριστήκαμε το 1985 όταν σπουδάζαμε και οι δύο στην ίδια πόλη στην Σερβία. Το να έρθω μαζί του στα Τρίκαλα ήταν η λογική συνέχεια μιας μακροχρόνιας σχέσης. Τον πρώτο χρόνο στην Ελλάδα τον περάσαμε στην Αθήνα και ήταν σαν να κάναμε διακοπές. Μετά ήρθαμε στα Τρίκαλα και ανοίξαμε το φωτογραφείο μας. Πέσαμε με τα μούτρα στη δουλειά και έτσι δεν μου έμεινε χρόνος για να δω τις αλλαγές που συνέβησαν ως προς την καθημερινότητά μου. Το μόνο που σκέφτομαι και νοσταλγώ είναι οι γονείς μου. Δεν έχω μετανιώσει για την απόφαση να έρθω στην Ελλάδα. Ζω μια όμορφη ζωή».

Κλείνοντας αυτό το ομολογουμένως γλυκό αφιέρωμα, ελπίζουμε να αναδείξαμε έστω και σε ένα μικρό βαθμό αυτό που θέλαμε. Να αναδείξουμε ιστορίες αγάπης καθημερινές, ανθρώπων που ζουν και εργάζονται δίπλα μας και αποδεικνύουν καθημερινά τι πραγματικά σημαίνει έρωτας και αφοσίωση. Είναι δύσκολη η ενσωμάτωση σε μια νέα κουλτούρα και σε διαφορετικό τρόπο ζωής, ωστόσο φαίνεται ότι ο Άγιος Βαλεντίνος μπορεί να κάνει τα δικά του θαύματα!

Go to TOP
Άνοιγμα