«Εγώ θα σε ψηφίσω, αλλά…»

Μία φανταστική (;) βόλτα στο εκλογικό κέντρο και η συνάντηση με τον υποψήφιο Δήμαρχο

 

Δημοτικές εκλογές, αυτή η μάστιγα. Περιφερειακές εκλογές, αυτή η μάστιγα. Ευρωεκλογές, αυτή η μάστιγα. Φτάσαμε να λέμε πως σωθήκαμε από το AIDS που χάρη στην επιστήμη έγινε χρόνιo νόσημα και φέτος πρέπει όλοι μαζί με το χαμόγελο στα χείλη να υποστούμε την υπερπαραγωγή των 3 εκλογικών αναμετρήσεων μέσα σε μία Κυριακή. Παρένθεση: Δεν έβαζαν και τις βουλευτικές την ίδια μέρα για να βγούμε απ’ την υποχρέωση; Κλείνει παρένθεση. Αν λοιπόν η υπομονή έχει τα όριά της, την προτελευταία Κυριακή της άνοιξης θα εξαντληθεί. Γι’ αυτό προνόησα- ή καλύτερα, η τύχη μου άνοιξε το δρόμο, και βρέθηκα (καταλάθος) σε ένα κεντρικό εκλογικό γραφείο για να δηλώσω εξίσου καταλάθος τη στήριξή μου στον δίκαιο αγώνα του υποψηφίου Δημάρχου μίας κάποιας πόλης. Σε καλώ λοιπόν να δείξεις την ίδια υπομονή διαβάζοντας αυτό το μεγάλο κείμενο, μιας και η ιστορία που θα σου διηγηθώ δεν έχει δράκους και σπαθιά, αλλά βγάζει στην επιφάνεια τον τρόπο που σκεφτόμαστε και λειτουργούμε. Έναν τρόπο που δε θα σου αρέσει καθόλου ή θα κάνεις πως δεν…

Όλα ξεκίνησαν μία γκρίζα και βαριεστημένη καθημερινή. Στο σπίτι έβρεχε λάσπη και λίγες εκατοντάδες μέτρα πιο πέρα ο ήλιος έκαιγε, γεγονός που απέκλειε εξαρχής ένα κάποιο dress code. Άλλωστε μια βόλτα θα έβγαινα, μόνο που αυτή κατέληξε σε μία συνάντηση που αποκωδικοποίησε μέσα μου ένα μέρος του “how to” της τοπικής αυτοδιοίκησης. Γιατί άλλο να ξέρεις πώς αυτή λειτουργεί σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, και άλλο να το διαπιστώνεις εμφατικά. Εκείνη την καθημερινή λοιπόν προβλεπόταν καφές με ένα φίλο από τα παλιά. Όμως χωρίς καμία προειδοποίηση, το λαϊκό προσκύνημα, η τσίκνα από τα σουβλάκια και η δυνατή μουσική με έκαναν να βγω από το δρόμο μου. Ρώτησα λοιπόν και έμαθα πως έπεσα πάνω στα εγκαίνια ενός εκλογικού κέντρου. Ένας υποψήφιος δήμαρχος άνοιξε και μας περίμενε, και φυσικά έπρεπε να δηλώσουμε το “attending” άμεσα. Κι ας μου έφερναν αναγούλα τα νεκρά γουρούνια που ήταν περασμένα στα ξυλάκια.

 

Ο χώρος, ένα εμπορικό κατάστημα που μετατράπηκε σε γραφείο προσέλκυσης ψηφοφόρων. Το γκρίζο χρώμα του φλερτάρει με αυτό του φαρμακείου, του προποτζίδικου ή του γυράδικου. Τι να την κάνεις τη διακόσμηση, θα μου πεις, όταν ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Ένα βάζο με λουλούδια σπάει τη μονοτονία που σε κερνάνε τα εξίσου γκρίζα τραπέζια, ενώ στους τοίχους το μόνο που σε βοηθά να αλλάξεις παραστάσεις είναι οι γιγαντοαφίσες του υποψηφίου Δημάρχου. Posters τόσο μεγάλα που αν τα δεις από μακριά σε ψήνουν πως πρόκειται για διαφημίσεις υπερπαραγωγών του Χόλυγουντ και πως το ιδανικό τους spot είναι ο πιο κοντινός κινηματογράφος. Παρόλα αυτά κανείς δε δείχνει να ασχολείται μ’ αυτή τη λεπτομέρεια, μιας και η μόνη χρησιμότητα των μεγάλων εικόνων είναι να καταλάβουμε ποιος είναι ο αρχηγός. Να μια πρώτη προσωπική νίκη, δεδομένου πως όσοι φοράν κοστούμι και γραβάτα σφίγγουν το χέρι γνωστών και αγνώστων. Μήπως ήρθε η ώρα για το μεγάλο μπάσιμο; Παράλληλα, οι εθελοντές (;) πίσω από τα γραφεία τακτοποιούν κάτι χιλιάδες φυλλάδια σε στοίβες των 2 μέτρων και βάλε. Ας μπούμε όμως στο ψητό.

H προσγείωση απότομη, μιας και δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου να κάνεις focus στο «πρόσωπο» και να γίνει μία κάποια συζήτηση υπό αυτές τις συνθήκες. Τα φλας αστράφτουν, όλη η καλή κοινωνία είναι εδώ. Ακούω βέβαια κάτι δηλώσεις του στυλ «στην υπηρεσία του πολίτη» και αναθαρρώ. Εκεί λοιπόν, ανάμεσα σε χαιρετούρες με δεκάδες υποψηφίους συμβούλους οι οποίοι με τις κάρτες τους βεβηλώνουν τη μνήμη των κομμένων δέντρων του Αμαζονίου, έκανα τη μεγάλη κίνηση. Τσεκάρω τον μεγάλο και αποφασίζω να μην τον χάσω από την άκρη του ματιού μου. Έπειτα από δύο λεπτά βρίσκω το χρονικό παράθυρο στο οποίο μπορώ να κάνω τη δική μου επίθεση. Ορμάω λοιπόν και πριν προλάβω να του πω την καλησπέρα μου, μου έχει σφίξει ήδη το χέρι. Ένιωσα πως ακόμη κι αν του έλεγα πως είμαι βομβιστής αυτοκτονίας, θα με αντιμετώπιζε με το ίδιο χαμόγελο.

«Είμαι ο και λέγομαι» και φυσικά «χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζω», ήταν τα πρώτα μου λόγια. «Είμαι περήφανος που νέα παιδιά σαν και σένα δίνουν τον ίδιο αγώνα με ‘μας», μου απάντησε. Αν υπήρχε μετρητής αφόρητου κλισέ στη μικρή μας συζήτηση, είναι σίγουρο πως θα αρνούνταν να γράψει ποσοστό κάτω του 100% πριν φυσικά αυτοκαταστραφεί. Άσε που μου έδωσε και το χρίσμα του μονομάχου χωρίς να του το ζητήσω. Άρα ο αγώνας μας τώρα ξεκινάει και κακώς την προηγούμενη φορά που ψήφισα στα 19 μου δεν «έπαιξα εναλλακτικά». Δεύτερες αυτοδιοικητικές και καλές λοιπόν, μόνο που πρέπει να κλείσουμε το ραντεβού. «Δέχεστε συναντήσεις μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας;» τον ρώτησα στη συνέχεια, ενώ αυτοσφαλιάριζα πνευματικά τον εαυτό μου για τη βλακεία που πέταξα. Όμως ο wannabe mayor δεν αντιμετώπισε με συγκατάβαση το λογοτεχνικό μου ξέσπασμα. Να σου άλλη μια κάρτα και άλλος ένας νεκρός μπλε μακάο για τη δημιουργία της. «Πάρε με τηλέφωνο μεθαύριο για να συναντηθούμε». Αποστολή εξετελέσθη.

Γκρίζα η κάρτα του, μπορντώ το χρώμα της γραμματοσειράς που με πρόχειρους υπολογισμούς είναι δανεισμένη από συνεργείο αυτοκινήτων της Οκλαχόμα του 1990. Η πιο πολύτιμη πληροφορία πάνω της είναι ένας αριθμός τηλεφώνου.  Έφτασε λοιπόν το μεθαύριο και, δειλά είναι η αλήθεια, του τηλεφώνησα. Σοκ πρώτο: Aντί να ακούσω μία φωνή που στάζει… επαρχιωτίλα, κάποια κοπέλα με καλησπέριζε αναφέροντας ταυτόχρονα το όνομα του υποψηφίου. Γραφειοκρατεία ακόμα κι εδώ ρε φίλε. Να θέλεις να μιλήσεις με τον like-ιστή υποψήφιο και να σου ξηγιέται την καλημέρα η συνεργάτις. Σοκ δεύτερο: Aν ο Like-ίσογλου εκλεγεί, η κοπέλα με τη ραδιοφωνική φωνή σίγουρα θα βρει κάπου να κουρνιάσει στο δημαρχείο. Σκέφτομαι στιγμιαία πολλά και διάφορα αλλά τελικά επιμένω. Θέλω να μιλήσω με τον man. Tελικά όσο απασχολημένος κι ήταν ή δεν ήταν, μου έκλεισε το ραντεβού για το απόγευμα της ίδιας μέρας.

Βackpack στον ώμο ο γράφων, μπανιαρισμένος και σενιαρισμένος, οδεύει προς επίμαχο σημείο. Στην πορεία γεννιούνται κι άλλα ερωτηματικά. Με καλεί μεν στο εκλογικό του κέντρο, μα που μπορεί να είναι το γραφείο του; Mήπως υπάρχει κάποια κρύπτη στην οποία οι υποψήφιοι πελάτες μπαίνουν και μένουν εκεί για πάντα; Mήπως οι νεφροί μου θα καταλήξουν σε κάποιο σκοτεινό θάλαμο ενός χειρουργείου; Μήπως δεν πρέπει να βλέπω δυστοπικές ταινίες; Mάλλον το τελευταίο.

Διακριτικό άνοιγμα της πόρτας. «Γεια σας, ήρθα» με τις δύο μεσήλικες κυρίες να μου χαμογελούν. «Είστε ο κύριος Π;», βιάζονται να με ρωτήσουν. Έχω έναν συμφοιτητή με το ίδιο επίθετο αλλά μένει στην Ξάνθη. Δε γίνεται να ψηφίζει εδώ, εκτός κι αν τους πούλησε τέτοιο πρόλογο που θα τον ζήλευε ακόμα και το μεγαλύτερο τρολ της πλάσης. «Είμαι ο Κωνσταντίνος Α και έχω ραντεβού με τον κύριο L» της ψέλλισα στραβωμένος. Μου δείχνουν μία μικρή σκάλα που οδηγεί σε ένα πατάρι. Με βήμα γοργό παίρνω την ανηφόρα για να ξεκινήσει το σώου. Ο συνομιλητής μου είναι επικοινωνιακός και δεν κομπλάρει καθόλου. Φαίνεται μάλιστα να έχει την απάντηση έτοιμη πριν καλά-καλά τελειώσω την ερώτηση. Αφού επιστρέφουμε για άλλη μία φορά στα κλισέ, με τον πάγο να σπάει ταχύτατα, μιας και όταν του λέω την ηλικία μου με ρωτάει… αν της κάνω έρωτα… καλά. Σαν χαρούμενος κομπάρσος σε θεατρική παράσταση, φοράω το πιο ηλίθιο χαμόγελό μου και του λέω το μεγάλο ναι.

Οι στιγμές τρέχουν με ταχύτητα φωτός. Στα δέκα περίπου λεπτά που έχω πρέπει να τον βομβαρδίσω με ερωτήσεις για την απόκτηση της απόλυτης γνώσης. Γιατί το να μάθεις πώς μπαίνεις στο ευρύτερο Δημόσιο από το παράθυρο είναι περίπου σα να ανακαλύπτεις το Ιερο Δισκοπότηρο. «Για μένα λοιπόν που σας στηρίζω, μόλις πήρα το πτυχίο και είμαι άνεργος…», η απαραίτητη εισαγωγή. Στην αρχή είναι άκαμπτος ή μου το παίζει. Βλέπεις, οι προσλήψεις για τα οκτάμηνα, εννιάμηνα ή πόσο αυτά κρατάνε τέλος πάντων,  γίνονται μέσω ΑΣΕΠ και εκεί δεν υπάρχουν παράθυρα. Όμως έχω πάει διαβασμένος. Όταν τον ρώτησα τί γίνεται με τις δημοτικές επιχειρήσεις, τον είδα να ανασκουμπώνεται. Υπάρχει μάλιστα ένα ξεχωριστό τμήμα εκδηλώσεων που υπάγεται μεν στο Δήμο αλλά λειτουργεί αυτόνομα. Ρίχνω άμεσα ένα «7 χρόνια κρατάω δίσκο» αν και ο μόνος δίσκος που στ΄αλήθεια ξέρω είναι αυτός της Φαιστού. Κι όμως, τα άδεια ψάρεψαν γεμάτα, και μη σου πω για το θερινό σινεμαδάκι: Στην πόλη από την οποία σου γράφω ο κινηματογράφος είναι δημοτικός, βρίσκεται δίπλα στη θάλασσα και γύρω του υπάρχει φοινικόδασος.

Από τη στιγμή που ο Like-ίσογλου ανοίχτηκε όλα έγιναν διασκεδαστικά. Πλέον δεν έχουμε να κάνουμε με αμοιβαία γλειψίματα, αλλά με κανονική συνέντευξη για πρόσληψη με εμβόλιμα διαλείμματα σχετικά με το μέλλον της ΠΑΟΚάρας. Ο αστερίσκος παρόλα αυτά αφήνει το εγχείρημα στον αέρα. Θέλει, λέει, 50 ψήφους από το περιβάλλον μου. «Θα τους βρούμε, δήμαρχε», του λέω γεμάτος αυτοπεποίθηση. Δώσε βάση στο «τους» γιατί έχει μεγάλη σημασία. Στη γλώσσα των like-ιστών η ψήφος είναι γένους αρσενικού και διέπεται από μία κάποια βαρβατίλα. «Τον ψήφο μου δεν τον χαρίζω», ένα πράμα. Αφού λοιπόν λογοδοθήκαμε και πριν φτάσουμε στο πρώτο σκαλί της εκκλησίας, άρχισε να μου αμολάει τα βάσανά του. Ήταν Δήμαρχος σε κάτι όμορφα χωριά, κάπου στο τέρμα Θεού και αρχές Αναπαύσεως σε έναν μεγάλο νομό της χώρας και τώρα, στην πρωτεύουσα του ίδιου νομού νιώθει πως θα γίνει ο τοπικός άρχοντας. Όμως θεωρεί σχεδόν όλους όσους δουλεύουν στο Δήμο, ανίκανους. «Μα είναι παιδιά του κυρίου Χ», του λέω και το βλέμμα του αλλάζει. Γι’ αυτό και θα τους στείλουμε σπίτι τους για να βάλουμε τα δικά μας παιδιά. Πάντα αυτό δε γινόταν;

Προσπαθώ να τον ψυχαναλύσω. Ο κύριος L είναι πολιτικός παλαιάς κοπής. Δεν έφτασε βέβαια μέχρι τη βουλή αλλά τον αγώνα του τον έχει κάνει. Κόλλησε τα κομματικά του ένσημα και μέσα από τη πολιτική του ζωή χωρίζει τους ανθρώπους σε στρατόπεδα. Καθένας έχει το δικό του χρώμα, ανάλογα με το κόμμα που υποστηρίζει. Κι επειδή το ρουσφέτι δεν είναι αμιγώς ελληνικό χαρακτηριστικό αλλά κρατά από τα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, δεν είναι ν’ απορείς με το γεγονός πως πολλοί ανάμεσά μας ψηφίζουν με κριτήριο το βόλεμα. Κάτι τέτοιο θα κάνω κι εγώ για την πάρτη μου, κι ας απέχουν οι κάλπες μας μόλις 400 χιλιόμετρα. Βλέπεις, δε με ρώτησε καν πού ψηφίζω…

Go to TOP
Άνοιγμα